Tuesday, November 27, 2012

"Κράτα μου το χέρι": μια κριτική και μια παρουσίαση

Το "Κράτα μου το χέρι" θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου στο Φλοράλ (πλ. Εξαρχείων) στις 20.00. Θα μιλήσει ο συγγραφέας Νίκος Καρακάσης, ενώ η Χίλντα Παπαδημητρίου θα αναπαραστήσει την ατμόσφαιρα του βιβλίου με τις μουσικές επιλογές της.

Μια κριτική του βιβλίου (την οποία θεωρώ πολύτιμη) δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.diastixo.gr από την κ. Ανθούλα Δανιήλ. Την ευχαριστώ θερμά.


ΚΡΑΤΑ ΜΟΥ ΤΟ ΧΕΡΙ
Με τον ενδιαφέροντα τίτλο Κράτα μου το χέρι βγαίνει στο λαβύρινθο της βιβλιαγοράς το νέο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα, εραστή της noir λογοτεχνίας. Κατά ευτυχή συγκυρία, ο τίτλος εύκολα μας μεταφέρει στο Χόλιγουντ του 1953, όταν ο Τόνι Μπένετ τραγουδούσε το πολύ ωραίο τραγούδι


Take my hand, I am a stranger in Paradise,

all lost in a wonderland... That's a danger in Paradise.

Η διαφορά ανάμεσα στον κόσμο του τραγουδιού και στο μυθιστόρημα είναι ένας παράδεισος και μια κόλαση, χαοτική και ανάλογη. Το Χόλιγουντ βαριά βιομηχανία δημιουργίας παραδείσου, αλλά και κόλασης. Ο Μαμαλούκας πιστεύω πως αντλεί από το δεύτερο σκέλος. Ο κόσμος του συγκεκριμένου βιβλίου, όπως και ο κόσμος στο έργο του Κοπέλα που σε λένε Φίνι, είναι η κόλαση, αγαπημένο θέμα του. Αν θυμηθούμε και τη σαδιστική απόλαυση με την οποία παρακολουθήσαμε τις περιπέτειες της ηρωίδας, δεν θα εκπλαγούμε καθόλου με ό,τι συμβαίνει κι εδώ. Αντιθέτως, το αναμένουμε.

Θα έπρεπε ίσως να ενημερώσουμε τον αναγνώστη, προς αποφυγήν πάσης παρεξηγήσεως, όπως συνηθιζόταν παλιά, πως πάσα ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις της πραγματικότητας είναι εντελώς τυχαία. Άλλωστε, και τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι εξωπραγματικά, δημιουργήματα μιας φαντασίας που απολαμβάνει νοσηρά τη φρίκη. Ο κόσμος σαν ένας λαβύρινθος, αλά Μαμαλούκα, ως βούληση και ως παράσταση, αλά Σοπενάουερ, ο τρόμος ως απόλαυση, αλά αναγνώστη.

Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τον όρο «λαβύρινθος». Όλη η κατάσταση είναι λαβυρινθώδης. Και οι λαβύρινθοι στους οποίους συνειρμικά, εκόντες άκοντες, μας οδηγεί το έργο είναι πολλοί, αρχής γενομένης από τον αρχαίο με τον Μινώταυρο, στον άλλο στην Αριάγνη του Στρατή Τσίρκα, στις απέραντες βιβλιοθήκες του Χόρχε Λούις Μπόρχες, στο «Οικοδόμημα», στο Όνομα του ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, στον άλλο στη Δίκη του Κάφκα, όπου περιπλανήθηκε ο πολίτης Κ., στους ανάλογους στον Αιώνα των λαβυρίνθων της Ρέας Γαλανάκη, στο Σφαιριστήριον λαβυρίνθου του Αντώνη Σανουδάκη, και τόσους άλλους. Όλοι οι λογοτέχνες με λόγο, ύφος, γνώση της ιστορίας και λογοτεχνική χάρη, με αλληγορία πάντα, μας βάζουν και μας βγάζουν στους λαβυρίνθους τους, στο μύθο και στην ιστορία, χωρίς να χάνουν τον μίτο.

Στο λαβύρινθο του Μαμαλούκα, τον μίτο και το ρόλο της Αριάδνης φαίνεται πως αναλαμβάνει ο εχθρικός, αντιπαθητικός, επιθετικός, αυταρχικός και ύποπτος θυρωρός, ο οποίος θα μπορούσε να παραβληθεί και με τον Χάροντα. Είναι λαβύρινθος «αναμνήσεων και εφιαλτών», πώς αλλιώς άλλωστε. Όλα, συνεπώς, σκούρα και άχαρα. Οι καιρικές συνθήκες, κακοκαιρία, αέρας, κρύο, χιόνι. Η πόλη, μουντή, «χαλασμένα παράθυρα», «πεθαμένα χρώματα», «γερασμένα κτίρια». Το μπαρ, η πολυκατοικία, το νοσοκομείο, όλα είναι γκρίζα, απάνθρωπα, αφιλόξενα και ανατριχιαστικά. Ο ήρωας και όλοι εκείνοι με τους οποίους θα έρθει σε επαφή μοιάζουν με φιγούρες που το έσκασαν από ένα σκοτεινό υπόγειο, πρόσωπα εχθρικά, ύποπτα, περίεργα, ασαφή, χωρίς όνομα και χαρακτηριστικά. Ο ήρωας μάλιστα, λόγω ιδιαζουσών συνθηκών, μένει μέσα την ημέρα και βγαίνει έξω τη νύχτα, η οποία «αφαιρεί τα χρώματα» από τα πράγματα, σαν να πηγαίνει να βρει το διάολό του, προσπαθώντας να φύγει μακριά από κάτι «που τον κυνηγούσε». Η διάθεση κακή, αγχωτική.

Συγκεκριμένα, στα έγκατα μιας πολυκατοικίας και πίσω από έναν κινηματογράφο, με τον εκκωφαντικό του θόρυβο και όλα της ψυχικής αποσταθεροποίησης τα σχετικά, το διαμέρισμα, που νοικιάζει για να γράψει το βιβλίο του, μια παγώνει και μια ζεματάει, σαν κόλαση αληθινή. Η είσοδος σκοτεινή, αθέατη σχεδόν, παράπλευρη και βρόμικη, μοιάζει με κάθοδο στον Άδη. Αλλά και όλοι οι άλλοι χώροι σαν μικρογραφίες κόλασης περιγράφονται. Σκοτεινοί κι αδιέξοδοι διάδρομοι, καμένες λάμπες ή που φωτίζουν ελάχιστα, αόρατοι παρακολουθητές, άνθρωποι σαν σκιές, ύποπτος θυρωρός, σαν τον κουφό τον Χάρο. Κάπου μια ταβέρνα φαντάζει ανθρωπινή, σαν δείγμα «παραδείσου», ο σκύλος όμως που ορμάει και του σκίζει το παντελόνι, σαν Κέρβερος τον εκδιώκει.

«Λιμάρικα σκυλιά του κουρελιάζουν τα μπατζάκια και τον γυμνώνουν», λέει ο Γιώργος Σεφέρης («Μέρες τ’ Απρίλη ’43»).

Έχουμε, άραγε, έναν Ορφέα ή έναν Οδυσσέα στον Άδη; Ο ήρωας επανέρχεται υπαινικτικά σε μια παλιά ζωή, σαν να έχει πεθάνει και βρίσκεται στον άλλο κόσμο, όπου θα ολοκληρώσει το βιβλίο του. Αλληγορία; Ο δημιουργός πρέπει να κατεβεί στην κόλαση για να γράψει;

Γλώσσα απλή, φράση κοφτή, απόλυτα σαφής αλλά κατάλληλα διατυπωμένη για να καλλιεργεί την ασάφεια και να ενσπείρει το φόβο και τον τρόμο, που είναι αόρατος, αν και πανταχού παρών. Λεπτομερής η περιγραφή των προσώπων, χωρίς να αποδίδονται αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, επαναλαμβάνω, αλλά και των κινήσεων, ζουμ σε όλα, σαν τον ντετέκτιβ που δεν αφήνει καμιά λεπτομέρεια αναξιοποίητη, για να προκαλέσει τον τρόμο. Μάλιστα, θα λέγαμε πως τα πλάνα είναι στημένα σαν επεισόδια παλιάς αστυνομικής ταινίας: το μπαρ και ο μπάρμαν, ο μυστηριώδης θυρωρός, ο ήρωας και το μυστικό του, η κοπέλα στο δρόμο σαν πεθαμένη και το μισό τσιγάρο της που «ήταν χωμένο ανάμεσα στα χείλη». Αυτή η κοπέλα, για κάποιον λόγο, μου θυμίζει την ηρωίδα στην ταινία Ο θυρωρός της νύχτας (σκην. Λιλιάνα Καβάνι, 1974), στην τελευταία σκηνή. Οι περιγραφές λοιπόν θυμίζουν παλιό καλό, noir κινηματογράφο, ενώ οι διαφημίσεις, επανερχόμενες (με πλάγια γράμματα), φαίνεται πως υποστηρίζουν τον «χαρούμενο»: Ζήσε τώρα, Κράτα μου το χέρι, Σφίξε μου το χέρι, Όλα προχωράνε, όλα συνεχίζουν, αλλά και το ανάποδο: Οι αρρώστιες δε φεύγουν, δε φεύγουν ποτέ. Είναι εκεί, επιμένουν. Οι αρρώστιες έχουν υπομονή κι επιμονή. Επιμένουν και στο τέλος νικάνε. Πώς λειτουργούν οι φράσεις αυτές στον ψεύτικο κόσμο της διαφήμισης; Σαν νησίδες διάσωσης; Προειδοποίησης; Μας προτείνουν τη ζωή; Και γιατί ο συγγραφέας φέρνει στο φως τους αυτόχειρες λογοτέχνες, Σεργκέι Γεσένιν, Πρίμο Λέβι, Τσέζαρε Παβέζε, που δεν βρήκαν τον μίτο για να βγουν από τα αδιέξοδά τους; Την ανατρέπει; Τι, εντέλει, θέλει να πει ο Μαμαλούκας με την αλληγορία του; Πως ο κόσμος μας δεν έχει ελπίδα; Πως το παρελθόν δεν επιτρέπει να ελπίζουμε στο μέλλον; Πως οι δυνάμεις του κακού είναι μεγαλύτερες και κυρίαρχες; Πως οι άνθρωποι-θύματα εθισμένοι στη συμφορά τους αγωνίζονται για να την διατηρήσουν; Ότι το αφύσικο και το ψεύτικο κατακλύζουν εκκωφαντικά τη ζωή μας, όπως ο θόρυβος του κινηματογράφου και τα ωραία μηνύματα των διαφημίσεων;

Για τους εραστές των θρίλερ το βιβλίο είναι απόλαυση και, επειδή περί ορέξεως ουδείς λόγος, εδώ «λαμπρά ταιριάζουν όλα» που λέει και ο Καβάφης («Εν Δήμω της Μικράς Ασίας»), καθώς και η προτροπή του Οδυσσέα Ελύτη:

«Φοβηθείτε αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου» (Μαρία Νεφέλη, «Λόγος περί κάλλους»).

Labels: , , ,

Saturday, May 05, 2012

Νικολό Αμανίτι Come Dio comanda

Ωραίος ο Αμανίτι. Γρήγορη γραφή που κυλάει, θέλεις να γυρίζεις τις σελίδες. Η υπόθεση μερικών προσώπων που ζουν κυριολεκτικά στα όρια, κάπως παγίδα για τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου αυτό...
Μετά από καιρό θέλω να γράψω 2 λόγια για ένα βιβλίο που μου άρεσε, ίσως επειδή η περιφέρεια, τα ιταλικά χωριά, ο μουντός βοράς, η βροχή, το κρύο και όλα γενικώς τα της Ιταλίας είναι μέρος της ζωής μου, των αναμνήσεων μου, αλλά και σκηνικό των δικών μου βιβλίων. Ο Αμανίτι είναι γεννημένος παραμυθάς, αυτό δε χωρά συζήτηση κι οι χαρακτήρες που φτιάχνει μένουν στο μυαλό, ίσως ακριβώς επειδή είναι οριακοί όπως είπα και πριν. Το τέλος το βρήκα λίγο βιαστικό, ίσως η ξέφρενη αυτή κούρσα να κούρασε και τον ίδιο τον συγγραφέα.

Labels: , ,

Friday, February 27, 2009

Μια κριτική για τη Μοναξιά της ασφάλτου


20/2/2009

Η μελαγχολία της Αθήνας
Της Βιβής ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΠΟΝΣΕ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΜΑΛΟΥΚΑΣ, Η μοναξιά της ασφάλτου, μυθιστόρημα, εκδ. Α.Α.Λιβάνη, σελ.339

Με το νέο του μυθιστόρημα ο Δημήτρης Μαμαλούκας επιχειρεί να συνδεθεί με το προηγούμενό του, τη Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, και προγραμματίζει, όπως αναφέρει στο σημείωμά του, τη σύνθεση μιας «άτυπης τριλογίας, ή τετραλογίας». Για πρώτη φορά, ο συγγραφέας διαλέγει ως τόπο δράσης όχι μια μοντέρνα ιταλική πόλη αλλά την ελληνική πρωτεύουσα και μάλιστα τις υποβαθμισμένες και τις λαϊκές συνοικίες της. Εδώ συναντάμε αναγνωρίσιμες αναφορές της ζωής της Αθήνας, ωστόσο ο συγγραφέας αναφέρεται σε αυτήν ως «η Πόλη», επιδιώκοντας προφανώς να δημιουργήσει μια αίσθηση αποξένωσης. Κυρίαρχο εύρημά του είναι να συνδέσει τη μόλυνση της πόλης με την υπαρξιακή κατάσταση των πρωταγωνιστών του. Η ασχήμια του αστικού τοπίου, το έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα και το άγχος της βιοπάλης υπογραμμίζουν την ασημαντότητα της ζωής τους. Περαιτέρω, η κατάσταση αγγίζει την υπερβολή και αποκτά μεταφυσικές ιδιότητες. Το νέφος πέφτει, αναπάντεχα, τόσο πυκνό στους δρόμους της Αθήνας, και ακινητοποιεί τη ζωή της. Η δράση χτίζεται σπονδυλωτά. Παρακολουθούμε στιγμιότυπα από τη ζωή έξι χαρακτήρων οι οποίοι στη συνέχεια συνδέονται μεταξύ τους. Ο «διεφθαρμένος μπάτσος» Τσίκης, ο βιτσιόζος «κακός» Πετράρχης και ο εξαθλιωμένος μετανάστης Αλί. Από την άλλη μεριά, η Στέλλα, η Μιράντα και η Δέσποινα, τους συμπληρώνουν με τον δικό τους τρόπο. Ο συγγραφέας προσεγγίζει τις γυναίκες κυρίως από τη βιολογική τους πλευρά (περίοδος, θηλασμός, οργασμός) που είναι αποδομένη, βέβαια, με μια αντρική ματιά. Επίσης τις παρουσιάζει ως θύματα των αντρών με τους οποίους συνδέονται. Ο Αλί και η Δέσποινα προκαλούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή είναι χαρακτήρες που έχουν συνδεθεί με την πραγματική ζωή της Αθήνας. Ο λαθρομετανάστης που χτυπιέται από το οργανωμένο κράτος και το λαϊκό, σκληρά εργαζόμενο κορίτσι στη μοντέρνα εκδοχή του, προσδίδουν σε αυτό το μυθιστόρημα μια κοινωνική χροιά, για πρώτη φορά στο έργο του Μαμαλούκα. Στα ειδικότερα σημεία του βιβλίου διαπιστώνουμε και ορισμένες αδυναμίες. Η γραφή του είναι σε μεγάλο βαθμό σεναριακή. Το πρώτο μέρος της ιστορίας πλατειάζει, ενώ δεν λείπουν οι φλυαρίες, όπως οι λεπτομερείς τεχνικές πληροφορίες για μοντέλα αυτοκινήτων και η αυτούσια παράθεση στίχων ροκ τραγουδιών, στοιχεία που φαίνεται να απευθύνονται σε ένα ειδικό κοινό. Επίσης, η ανακεφαλαίωση των δεδομένων δεν είναι πάντα απαραίτητη. Από τη στιγμή όμως που ο συγγραφέας θα αποφασίσει τη δέση και τη λύση της ιστορίας του, το ενδιαφέρον διατηρείται αμείωτο. Από την άλλη μεριά, μελετώντας την πορεία του έργου του διαπιστώνουμε πια καθαρά τις αρετές του. Ο Μαμαλούκας έχει την ικανότητα να φτιάχνει «ατμόσφαιρα» και να δημιουργεί σασπένς. Είναι επίσης καλός στο να φτιάχνει αυτόνομους χαρακτήρες. Επιπλέον, το στοιχείο του «κακού» είναι ώριμο στη γραφή του. Υπάρχει ζοφερότητα στην αφήγησή του, ενώ γοητεύουν τα λαβυρινθώδη σκηνικά του, όπου γίνονται οι μοιραίες συγκρούσεις (η θαλάσσια σπηλιά κάτω από το «πήδημα της Σαπφούς» στη Λευκάδα στην Απαγωγή ενός εκδότη, τα σκοτεινά υπόγεια του αρχοντικού στη Βενετία στην Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα και οι υπόγειες στοές στην Αθήνα στο τελευταίο του μυθιστόρημα).Από όλο το έργο του Μαμαλούκα, κορυφαίος κακός, κατά τη γνώμη μου, είναι ο διανοητικά «καθυστερημένος» Μπέμπε από το μυθιστόρημα Η Απαγωγή ενός εκδότη. Επειδή ήταν «βλαμένος», ήταν και απρόβλεπτος στο μέγεθος του κακού που μπορούσε να προξενήσει. Στο ανά χείρας μυθιστόρημα, το κυνηγητό στις υπόγειες στοές ανακαλεί τους Άθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ. Εδώ αναμετρούνται, μέσα στο σκοτάδι, οι δύο «κακοί» και από τις δύο πλευρές του νόμου, δηλαδή ο εγκληματίας και ο διεφθαρμένος αστυνομικός. Το σκοτάδι είναι φυσικό αλλά και υπαρξιακό, ώστε να μπορεί να «διαβαστεί» και ως σκοτάδι ψυχής. Νομίζω ότι ο Μαμαλούκας μπορεί να εμπλουτίσει το αστυνομικό είδος με τον ιδιαίτερο αισθητισμό του και να εμβαθύνει στη «σκοτεινή» πλευρά της ψυχής των ηρώων του. Η τριλογία που συνθέτει θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη διαχείριση μιας μεγάλης πλοκής, αλλά και με τη δημιουργία ενός συνεκτικού οράματος, που θα χαρίζει και μια «δεύτερη ανάγνωση».

Η Βιβή Ζωγράφου-Πόνσε είναι δημοσιογράφος

Ευχαριστώ πολύ την κ. Βιβή Ζωγράφου - Πονσέ.
Διορθώνω δυο πραγματάκια ανευ σημασίας: ο Αλί του βιβλίου λέγεται Αμίρ κι ο ελαφρώς καθυστερημένος γίγαντας στην "Απαγωγή του εκδότη" λέγεται Σάντρο (Μπέπε λέγεται ο αδερφός του).

Labels: , ,

Friday, December 19, 2008

Stephen King (ως Richard Backman) Μπλέιζ (updated)


Μπλέιζ λοιπόν. Ένα βιβλίο που ο Κίνγκ έγραψε το μακρινό 1973, εκείνη τη χρυσή περίοδό του στην οποία σχεδόν ό,τι έπιανε το έκανε χρυσό κι είχε τέτοια φλέβα μέσα του ώστε έγραφε 3 μυθιστορήματα το χρόνο και μην μπορώντας να περιμένει να δημοσιευτούν όλα με το κανονικό του όνομα, άρχισε να τα δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Ρίτσαρντ Μπάκμαν.
Αυτά τα μέχρι τώρα γνωστά μυθιστορήματα λέγονται τα βιβλία του Μπάκμαν.
Το Μπλειζ δε δημοσιεύτηκε τότε για τους λόγους που θα διαβάσετε στην εισαγωγή και βαριέμαι να επαναλάβω εδώ. (Στην ίδια εισαγωγή ο Κίνγκ ομολογεί ότι έχει χάσει όχι ένα, αλλά 2 –το ένα σχεδόν τελειωμένο- μυθιστορήματα τις ρομαντικές εποχές που έγραφαν σε γραφομηχανή, εποχή που ούτε εγώ πρόλαβα).

Πάντως εδώ ξαναβρίσκουμε τη γνωστή γραφή του τότε Κινγκ σε μια ιστορία κινγκική 100%. Αγωνία, μαεστρία στη δομή, σπάσιμο νεύρων από εμβόλιμα κομμάτια που επιτείνουν το σασπένς, άπαιχτες παρομοιώσεις, προτάσεις με δυναμική από ένα φρέσκο μυαλό, όσο και αν την εποχή εκείνη το πότιζε και με διάφορες ουσίες ο ψηλός μύωψ συγγραφέας.

Η υπόθεση
Ο Μπλέιζ είναι ένας ελαφρώς καθυστερημένος γίγαντας που έχει πάρει το δρόμο της παρανομίας. Όταν ο φίλος του, ένας ξύπνιος απατεωνίσκος, πεθαίνει τρυπημένος από το στιλέτο ενός άλλου εξίσου βρόμικου τυπίσκου, ο Μπλειζ χάνει τον κόσμο, παραπαίει και προσπαθεί να υλοποιήσει μόνος του το σχέδιο που είχαν στο νου τους με το φίλο του.
Ν’ απαγάγουν ένα μωρό.
Δε λέω άλλα όπως φαντάζεστε, αλλά ξέρω ότι φτάνουν να σας εξάψουν την περιέργεια.

Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα μικρό διήγημα του Κίνγκ, το οποίο ανακαλύπτεις μόνο όταν φτάσεις στο τέλους του μυθιστορήματος, (εκεί στη Μπελ ας βάζατε βρε παιδιά έναν πίνακα περιεχομένων, έλεος) με τίτλο ΑΝΑΜΝΗΣΗ.

Λοιπόν όσοι θέλετε να γίνετε συγγραφείς (μαζί κι εγώ) και πάτε στα σεμινάρια να σας μάθουν τις εξυπνάδες τους, ας διαβάσετε αυτό το διήγημα (όλο το βιβλίο κοστίζει 7,50 ευρώ, με την έκπτωση ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου πέφτει στα 6,75, ούτε ένα ποτό μπόμπα στα μπαρ) να δείτε ένα δείγμα κορυφαίας αφήγησης που ο μαέστρος φίλος μου από την άλλη πλευρά του ατλαντικού ξεσηκώνει με βάση τον παρ’ ολίγο θανάσιμο τραυματισμό του σε τροχαίο όταν ένα φορτηγάκι τον (ξε)σήκωσε κι αυτόν για μέτρα από το έδαφος.
Ας διαβάσετε αυτές τις σελίδες στο τέλος του διηγήματος για το πώς νιώθει κάποιος όταν τα κόκαλά του συνθλίβονται (αν ο εγκέφαλός του αφαιρέσει το σοκ και του επιτρέψει να το θυμάται) και δε σας χρειάζεται κανένα άλλο μάθημα για την αφηγηματική ικανότητα ή το πώς θα περιγράψετε μια σκηνή με δράση κι ένταση.
Σύντομη παρένθεση στα βιβλία του Κίνγκ αυτό το γλυκάδι, ένα από τα παλιά ωραία βιβλία του Κίνγκ βγαλμένο από τα μυστικά σεντούκια του δημιουργού, τότε που η Ταμπίθα δεν τον ενοχλούσε, αντίθετα τον έβαζε να γράψει, να αξιοποιήσει το ταλέντο που τόσο απλόχερα ο θεός είχε χαρίσει στον άντρα της, ούτε την είχε δει συγγραφέας, τότε που η Γιόκο Όνο της λογοτεχνίας δεν είχε μολύνει την μεγαλύτερη πένα του κόσμου, για έναν γυναικείο εγωισμό. Ολέ.
Ιδού μερικές πληροφορίες για την ΑΝΑΜΝΗΣΗ που είχε την καλωσύνη να μας στείλει ένας φίλος:
"Memory" is a short story by Stephen King that was originally published in the "summer reading" issue of Tin House magazine (#28) in July of 2006. It is now confirmed to be similar to the first chapter of Duma Key. It was republished as an annex to Richard Bachman's latest novel Blaze.
Plot summary
Edgar Freemantle recounts the horrific accident that cost him his marriage, half of his body, and some of his mind. Stricken with aphasia, Edgar decides to commit suicide, and receives some odd advice from his therapist, Dr. Kamen. In the end, Edgar plays witness to another accident that leaves a victim too close to death, and helps to end the suffering of another.
Trivia
The story was read by Stephen King during "Seven Days of Opening Nights" at Florida State University on February 26, 2006, where he became a guest speaker by filling in for Richard Russo when he was unable to attend. King explained that the story was partially inspired by his accident, and how much of the event he could and couldn't remember after he was hit by Bryan Smith's van.
ΔΕΙΤΕ ΤΟΝ ΚΙΝΓΚ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ Duma Key εδώ

Labels: ,

Saturday, August 11, 2007

Το χειρόγραφο της Πράγας -Παναγιώτης Κονιδάρης

Δελτίον τύπου

Το χειρόγραφο της Πράγας

Ο ερμητικά κλειστός κώδικας Βόινιτς

Το χειρόγραφο Βόινιτς, το μοναδικό χειρόγραφο που δεν έχει καταφέρει κανείς να αποκωδικοποιήσει ως σήμερα, αναπαύεται στη βελούδινη θήκη του στη βιβλιοθήκη σπάνιων χειρογράφων του Πανεπιστημίου Γέιλ, όταν μια σειρά τελετουργικών φόνων ξεσπά στην Ευρώπη. Ο βιβλιοδέτης Ορφέας Παλαιολόγος ρίχνεται στη δίνη της εξιχνίασης του μυστικού του χειρογράφου, όταν ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες μήνυμα αιώνων. Μια παρτίδα σκάκι ξεκινά, που θα τον οδηγήσει από τη Μονεμβασιά στο Μεγανήσι κι από τη Ρώμη στην Πράγα. Η αγωνιώδης αναζήτηση, στην οποία εμπλέκεται το Βατικανό και η μυστική οργάνωση των Καρμπονάρων, είναι γεμάτη ανατροπές και αποκαλύψεις. Καθώς ξετυλίγεται το ιστορικό κουβάρι γύρω από το χειρόγραφο Βόινιτς, εμφανίζονται στο προσκήνιο ιππότες και μοναχοί, επιστήμονες και μάγοι, τυχοδιώκτες και αυτοκράτορες. Ο Ορφέας, με τη βοήθεια της ιστορικoύ Σάρκα Μπίλεκ, προσεγγίζει το απόκρυφο μήνυμα του βιβλίου με την ακρίβεια και την επιμονή σκακιστή, παλεύοντας παράλληλα με τους δαίμονες του παρελθόντος του. Όταν όμως τραβηχτεί και το τελευταίο πέπλο, τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο. Τι κρύβει ερμητικά το χειρόγραφο Βόινιτς; Και ποιος θα ζήσει για να το αποκαλύψει;
Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
Κονιδάρης, Παναγιώτης
Σελ. 518


Τα δικά μου


Το χειρόγραφο της Πράγας

Αυτή θα είναι πάλι μια ανεπίσημη κριτική, ένα πρόχειρο σημείωμα ενός αναγνώστη και μόνο. Είχα πει να μην το ξανακάνω, αλλά θα το τολμήσω.
Ο Παναγιώτης Κονιδάρης έγραψε ένα ωραίο, ελκυστικό και πλούσιο σε ιστορικά στοιχεία μυθιστόρημα. Αν συνειδητοποιήσουμε ότι είναι το πρώτο του, τότε έγραψε ένα εντυπωσιακό βιβλίο, ένα βιβλίο που έχει ελάχιστες από τις αδυναμίες του λεγόμενου πρωτόλειου.

Διαβάσατε το δελτίο τύπου, ξέρετε το στόρι. Δεν μπαίνω στη συζήτηση να συγκρίνω το βιβλίο του Παναγιώτη μ’ εκείνα του Νταν Μπράουν, άλλωστε έχω διαβάσει μόνο τους Ιλλουμινάτους και δε μ’ άρεσαν καθόλου. Όμως το βιβλίο του είναι λόγω περιεχομένου σε κείνα που ασχολούνται με το μεσαίωνα, τους Ναίτες κτλ θέματα για τα οποία δεν ντρέπομαι να πω ότι έχω μαύρα μεσάνυχτα, όσο έχουν δηλαδή οι Ναίτες για μένα.
Αν σας αρέσουν αυτά τα μεσαιωνικά μυστήρια, οι αιρέσεις, οι συνωμοσίες, τότε μην το χάσετε, αγοράστε το με κλειστά μάτια, το βιβλίο θα σας ενθουσιάσει.

Εμένα αντίθετα αρχικά με ενθουσίασε και ταυτόχρονα με «κόμπλαρε» (όταν πρωτοείδα το βιβλίο) το γεγονός ότι ο Παναγιώτης ασχολήθηκε με ένα χειρόγραφο (το χειρόγραφο Βόινιτς) το οποίο γνώριζα, είχα διαβάσει γι’ αυτό κι ήταν στο μυαλό μου η ιδέα μήπως και κάποια στιγμή γράψω κι εγώ ένα βιβλίο γι αυτό. (μην τρελαινόμαστε, όπως είναι άλλα 20-30 θέματα, έτσι;)
Έτσι θα μπορούσα να μην έχω γράψει την ιστορία του Μόστρα αλλά, αντίθετα η παρέα του Νικόλα Μιλάνο να ψάχνει το χειρόγραφο Βόινιτς, την ερμηνεία του ή ξέρω ’γω τι άλλο θα μου κατέβαινε στο μυαλό.
Με πρόλαβε ο Παναγιώτης και να σας πω κάτι; Είμαι ευχαριστημένος και περήφανος για τον συντοπίτη και προσφάτως φίλο μου που τα κατάφερε τόσο καλά.
Αυτή ήταν η πρώτη μου σύμπτωση - ομοιότητα με τον Παναγιώτη.
Θέλετε κι άλλες;
Τα βιβλία μας βγήκαν σχεδόν μαζί, μ’ ένα μήνα διαφορά.
Είμαστε από τον ίδιο τόπο.
Στο βιβλίο του ο ήρωάς του βολοδέρνει κάποια στιγμή κι αυτός στους δρόμους της Ρώμης και συναντάει άλλον ήρωα που είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι!
Ο ήρωας του είναι βιβλιοδέτης οπότε μοιραία οι λέξεις και η ανάλογη ορολογία «παίζουν» συνέχεια στο κείμενό του όπως και στο δικό μου.
Αυτές είναι μερικές από τις ομοιότητες που μας δένουν, ευτυχώς υπάρχουν και διαφορές που είναι και περισσότερες. Άλλο στυλ γραφής, άλλο στήσιμο, άλλο βιβλίο με λίγα λόγια. Ας περάσουμε στο μυθιστόρημα του Παναγιώτη.

Νομίζω ότι το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου είναι η έρευνά του. Όταν τον Φρανκ τον βοήθησαν 50 επιστήμονες κι άλλοι τόσοι νοματαίοι τον Κονιδάρη τον βοήθησε η καρδούλα του κι όρεξή του να βρει, να μελετήσει και να επεξεργαστεί ένα σωρό πληροφορίες μόνος του. (άσχετο που στο τέλος ευχαριστεί κι αυτός μερικούς, δεν εννοώ να μη συμβουλεύεσαι έναν άνθρωπο για δύο τρεις απορίες ή λεπτομέρειες).
Είναι αυτό που έλεγα σχετικά με την αξία που έχει να γράφεις ένα βιβλίο μόνος σου.
Τόση δουλειά λοιπόν που έχει κάνει ο Παναγιώτης φαίνεται και πάει σεβαστή.

Στα μεγάλα συν μετά έρχεται η τόλμη του συγγραφέα να γράψει πολλά κομμάτια (τα παραθέτει ως ιντρεμέτζι, σαν αποσπάσματα ανάμεσα στα κεφάλαια) που διαδραματίζονται σε διαφορετικούς τόπους ξεκινώντας από το σύγχρονο κόσμο και φτάνοντας μέχρι το 1190 περίπου.
Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο και θέλει έρευνα αν θες να το κάνεις σωστά. Όποιος έχει ασχοληθεί με το ιστορικό μυθιστόρημα με καταλαβαίνει μια χαρά (ακόμα και το τι θα φοράει ο ήρωάς σου θέλει δουλειά που μόνο εύκολη δεν είναι).
Ο Κονιδάρης τα έγραψε άψογα (ίσως ελάχιστοι διάλογοι δε φάνηκαν πολύ πιστευτοί, αν και ποιος μπορεί να πει με κάθε βεβαιότητα πώς μιλούσαν δυο Ναίτες το 1300;) κι ίσως ένα ιστορικό μυθιστόρημα κατά τα χρόνια του μεσαίωνα να είναι ένα πεδίο που θα δημιουργούσε κάτι ακόμα καλύτερο (μπορεί και να το σκέφτεται, δεν ξέρω).
Τα συγκεκριμένα ιντερμέτζι περιγράφουν την πορεία του χειρογράφου ανά τους αιώνες και βοηθούν στη συνοχή των κεφαλαίων της κύριας ιστορίας.

Γενικά στο βιβλίο τώρα, έχουμε δράση, έρευνα, δόσεις έρωτα, έναν ωραίο κεντρικό ήρωα, τον Ορφέα παλαιολόγο που θα θέλαμε να ζήσει λίγο περισσότερο στην Αθήνα, το αινιγματικό χειρόγραφο που θα θέλαμε να υπάρχει σε περισσότερες δόσεις, (δε θα ’ταν άσχημη ιδέα μια σειρά εικόνων των εικονογραφήσεων, ακόμα κι ασπρόμαυρες, υπάρχει πάντα καιρός σε κάποια μελλοντική ανατύπωση) και μια σειρά δευτερευόντων ηρώων που ακολουθούν και περιβάλλουν τον Ορφέα (υπάρχει και μια άκρως θηλυκή ύπαρξη μ’ ένα όνομα –Σάρκα- που υπόσχεται πολλά!). Επίσης έχουμε ένα πολύ ωραίο γενικό τέλος όπου η πλοκή δένεται, ολοκληρώνεται κι ακολουθούν οι ανατροπές και μια ιδανική κατάληξη του ήρωα (το τέλος τέλος!).

Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το βιβλίο έχει λίγο περισσότερες ιστορικές πληροφορίες απ’ όσες θα ήθελα μόνο και μόνο για να μη φρενάρει την αγωνία. Άλλος όμως θα χαρεί τον πλούτο των πληροφοριών για την Πράγα και τα μνημεία της, τους Ναίτες, την ιστορία του σκακιού, ιστορικές προσωπικότητες γνωστές και άγνωστες κι ένα σωρό άλλα θέματα. Στις σελίδες που αναφέρονται στην Πράγα βέβαια πρέπει να λυθεί ο γρίφος κι έτσι ίσως οι ιστορικές πληροφορίες μοιραία να συγκεντρώνονται και να πληθαίνουν.

Ο Παναγιώτης κατάφερε να μη βάλει πολύ από τον Παναγιώτη Κονιδάρη μέσα στο βιβλίο (ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων σχεδόν των πρώτων βιβλίων). (Το σκάκι δεν πιάνεται γιατί δένει άψογα όπως και κολλάει σε πολλούς γρίφους).
Έβαλε μόνο το Φαρμακοποιός (το οποίο του χρησιμεύει) και το Μεγανήσι (το οποίο όμως δεν έπαιξε κανένα ρόλο στο βιβλίο. Προσέθεσε μόνο κάποιες απαραίτητες πληροφορίες (οι οποίες μπορούσαν να δοθούν στην Αθήνα) και η αντίρρησή μου είναι ότι η πηγή που τις παρέθεσε (ο γέρο ιερέας) δεν με έπεισε.
Βέβαια αυτά τα δύο στοιχεία είναι πολύ λίγα για το πρώτο βιβλίο, ουσιαστικά τίποτα, Άλλωστε αυτό είναι κι ένα ρομαντικό στοιχείο του πρώτου βιβλίου, ένα γνώρισμα του συγγραφέα, ένα άρωμα προσωπικό που τελικά αν δεν το βάλεις και λείπει, στο μέλλον σου φέρνει μια πικρία, σαν να μην έχεις μια φωτογραφία από μια εφηβική σου παρέα.

Κάτι τελευταίο
Ο Παναγιώτης είχε γράψει το βιβλίο και το σκεφτόταν να το δώσει σε εκδοτικό οίκο.
Φαντάζομαι το Λιβάνη να τρίβει τα χέρια του όταν το διάβασε (ή πήρε τα ραπόρτι των αναγνωστών) και φυσικά έμαθε και την νεαρή ηλικία του δημιουργού.
Ένας άκρως ελπιδοφόρος συγγραφέας του ’πέσε ουρανοκατέβατος… από πού;
Μα φυσικά από το Μεγανήσι!

Labels: , ,

Saturday, July 07, 2007

Εγώ, ο Κινγκ κι Η ιστορία της Λίσι

(θα ανέβει δυο μέρες κι έπειτα θα πάει ένα ποστ πιο κάτω)

Ο λογοτεχνικός μου «έρωτας» με τον Κινγκ ξεκινάει τα μακρινά χρόνια 1989-90. Κάποιος συμφοιτητής τότε στην Ιταλία είχε την πρώτη έκδοση (μαλακό εξώφυλλο, όχι πλαστικοποιημένο, δε βρίσκεται σήμερα) του Κριστίν απ’ τις εκδόσεις Bell. Είχα δει το έργο κι είχα πάθει πλάκα. Ήταν ο πρώτος συγγραφέας που έκανε πρωταγωνιστή ένα αυτοκίνητο κι είχε στοχεύσει κατευθείαν στην καρδιά μου. Το διάβασα κι η μεγάλη μου αγάπη γεννήθηκε. Ακολούθησε το αξεπέραστο Λάμψη κι έπειτα ό,τι έγραψε κι έγραφε ο συγγραφέας απ’ το Μέιν. Πολλά βιβλία του τα διάβασα στα ιταλικά κι άλλα τα ξαναπήρα όταν κυκλοφόρησαν έπειτα στην Ελλάδα και τα ξαναδιάβασα.
Ο Κινγκ κατάφερε τα βιβλία του να έχουν την απόλυτη προτεραιότητα σ’
εμένα. Δηλαδή όταν κυκλοφορούσε ένα καινούργιο, το αγόραζα όπου βρισκόμουν κι αμέσως καταλάμβανε τη θέση του δίπλα στο κομοδίνο μου παραγκωνίζοντας ό,τι διάβαζα μέχρι εκείνη τη στιγμή εισπράττοντας το φθόνο των άλλων βιβλίων.
Θυμάμαι ένα καλοκαιρινό βράδυ οδηγούσα κατακουρασμένος ένα Fiat Punto του σκηνοθέτη Δημήτρη Μακρή με τεχνικούς της ΕΡΤ μέσα. Πηγαίναμε από την Αγκόνα στο Μιλάνο για τα γυρίσματα της ταινίας του Όσο υπάρχει αλκοόλ… Σταματήσαμε σ’ ένα καφέ στην Εθνική όπου πουλούσαν τα πάντα, κι ανακάλυψα ότι μόλις είχε βγει το καινούργιο βιβλίο του Κινγκ το On writing. Το πήρα κατενθουσιασμένος και δεν έβλεπα την ώρα να ξαπλώσω στο κρεβάτι και να διαβάσω τις πρώτες γραμμές. Το ίδιο συνέβη στη Βενετία πέρυσι το Μάιο όπου αγόρασα τρία ακυκλοφόρητα στην Ελλάδα βιβλία του.

Λίγους μήνες πίσω, εδώ έγραφα ότι ο Κινγκ αξίζει το νόμπελ. Εξακολουθώ να το πιστεύω και να το υποστηρίζω. Όμως μετά απ’ το Ιστορία της Λίσι έχασα ένα πράγμα:τη σιγουριά με την οποία αγόραζα ένα βιβλίο του.
Αισθάνομαι ότι με πρόδωσε ο καλύτερος φίλος μου. Εννοείται πως δεν κλαίω τα 9 ευρώ που έδωσα, είναι που θα πηγαίνω στο ταμείο μ’ ένα καινούργιο βιβλίο του Κινγκ στο χέρι κι ένα φόβο στην καρδιά μήπως το αποτέλεσμα είναι ανάλογο με το Η ιστορία της Λίσι.
Κινγκ έλεγα. Παρ’ το με κλειστά τα μάτια. Κίνγκ, απόλυτη προτεραιότητα, Κινγκ έφερνα κι όλα τα υπόλοιπα βιβλία μου τον κοίταγαν με φθόνο. Τώρα τα νιώθω να χασκογελούν μαζί του και μαζί μου.

Και μετά από αυτή την απαραίτητη εισαγωγή ας προχωρήσω να σας πω πώς μου φάνηκε το καινούργιο βιβλίο του φίλου μου του Κινγκ.

Stephen King Η ιστορία της Λίσι, μτφ. Ιπποκράτης Βελίδης, εκδόσεις Bell

Όταν πιάνω στα χέρια μου έναν καινούργιο Κινγκ διαβάζω πρώτα το οπισθόφυλλο, τα εισαγωγικά σημειώματα, τον μακρύ κατάλογο των προηγούμενών του, τα περιεχόμενα αν υπάρχουν, λίγα από τα αποσπάσματα των κριτικών τα οποία βαριέμαι γιατί είναι όλα αποθεωτικά. Με λίγα λόγια το βιβλίο ζεσταίνεται στα χέρια μου.

Το οπισθόφυλλο στην Ιστορία της Λίσι ανταποκρίνεται και δίνει υποσχέσεις για ένα χορταστικό Κινγκ, έναν Κινγκ που μ’ αυτό το υλικό μπορεί να δώσει ένα από τα γνωστά μυθιστορήματα αγωνίας που σε πιάνουν απ’ το λαιμό απ’ την πρώτη σελίδα και δε σ’ αφήνουν μέχρι την τελευταία. Δίνω μια δική μου πρόχειρη περίληψη του οπισθόφυλλου:

Η γυναίκα ενός πολύ διάσημου συγγραφέα που πέθανε πριν από δυο χρόνια βρίσκει το κουράγιο να μπει στο γραφείο και να ξεκαθαρίσει το αρχείο του. Όμως σιγά σιγά ανακαλύπτει ότι ο άντρας της ζούσε σ’ ένα παράλληλο σκοτεινό κόσμο. Έναν κόσμο που τον γιάτρευε, του έδινε έμπνευση, αλλά και που τον τρομοκρατούσε. Η γυναίκα του πρέπει να αντιμετωπίσει τους ίδιους δαίμονες που αντιμετώπιζε κι ο περίεργος και αλλόκοτος σύζυγός της.

Όντως μ’ αυτό το υλικό ο Κινγκ μπορεί ν’ απογειώσει το βιβλίο κι εμείς οι δόκιμοι συγγραφείς να βρούμε απολαυστικές σελίδες γύρω από τις συνήθειες ενός μεγάλου συγγραφέα και γαργαλιστικές λεπτομέρειες σχετικές με τα χειρόγραφα και τα αρχεία μας. Τι πιο ιντριγκαδόρικο για μένα; Αν το βιβλίο δεν υπήρχε στη Λευκάδα θα οδηγούσα μέχρι και 200 χιλιόμετρα (+ 200 να γυρίσω) για να το βρω.

Πέφτω λοιπόν με τα μούτρα στην ανάγνωση. Κι όποια μαγεία υπήρχε στα προηγούμενα βιβλία του Κινγκ απλώς απουσιάζει. Ας δώσω κάποια στοιχεία μεγέθους. Το κυρίως κείμενο του βιβλίου αρχίζει απ’ τη σελίδα 20. Για τις επόμενες δέκα σελίδες γνωρίζουμε τη γυναίκα του συγγραφέα και τις αδερφές της η μία εκ των οποίων έχει τη συνήθεια ν’ αυτοτραυματίζεται γιατί την εγκατέλειψε ο άντρας της. Μέχρι τη σελίδα 100 ο Κίνγκ έχει αναφέρει ελάχιστα για το συναρπαστικό κόσμο που υπόσχεται ο νεκρός συγγραφέας και έχει διηγηθεί μία μία μία μία, μόνο μία (1) σκηνή: ένας τρελός πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά το συγγραφέα σ’ ένα πανεπιστήμιο. 70 σελίδες για μία σκηνή. Αυτό που μάγευε κάποτε, η αργή λεπτομερής περιγραφή ανάλογων σκηνών, σαν το χρόνο που νομίζεις ότι σέρνεται σε ανάλογες περιπτώσεις, γίνεται εδώ παρωδία και αγανάκτηση.
Και προχωράμε. Ακολουθούν κάποιες αναμνήσεις και σκέψεις της γυναίκας του σχετικά με τη αδελφή της που αυτοτραυματίζεται. Επίσης ένα σωρό βαρετές βαρετές βαρετές συζητήσεις που κάνουν η γυναίκα του συγγραφέα κι οι αδερφές της. Τι σελίδα φτάσαμε; Στη 200. 100 σελίδες που μπορούν να σκοτώσουν και τον πιο υπομονετικό αναγνώστη. Τι γίνεται τώρα λες; Τι μπορεί να γίνει τώρα; Μπορεί να σωθεί αυτό το βιβλίο; Τι γίνεται τώρα;
Το χειρότερο.
Ο Κίνγκ καταλαβαίνει (;) ξυπνάει (;) ελευθερώνεται (;) και συνειδητοποιεί (;) ότι το βιβλίο σέρνεται. Ότι το μέχρι τότε βιβλίο πρέπει να γίνει από 200 το πολύ 50 σελίδες ή ίσως φωτίτσα στο τζάκι του. Όχι, δεν κάνει τίποτα απ’ αυτά τα δύο. Πώς το αντιμετωπίζει;
Πετάει μέσα ένα μοτίβο από τα παλιά που τόσο αγαπήσαμε:
Βάζει έναν τρελό να θέλει πάση θυσία τα χειρόγραφα του διάσημου συγγραφέα και να μη διστάζει να πιάσει και να βασανίσει τη γυναίκα του συγγραφέα γι’ αυτό.
Πώς να σταθείς απέναντί σ’ αυτή τη κίνηση του Κινγκ; Μπορεί κάποιος εύπιστος να πει: Να, τώρα φτιάχνει. Εγώ είπα: Άντε να διαβάσεις ως το τέλος. Για να μην μπορεί να σου πει κανείς τίποτα. Ήξερα ότι όχι ένας τρελός, μια στρατιά παλιών ηρώων του Κινγκ δεν μπορεί να κάνει τίποτα και να βοηθήσει το βιβλίο κι εμάς.
Ακολουθούν άλλες 100 σελίδες άσκοπων συζητήσεων των αδερφών παράλληλα μ’ ένα σκοτεινό παρελθόν του συγγραφέα που δεν πείθει, ή η αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα μέσω της Λίσι το κάνει να μην πείθει.
Κι έπειτα φτάνουμε στη σελίδα 300 περίπου ο Κινγκ ξαναρίχνει στο ρινγκ τον τρελό ο οποίος κακοποιεί τη γυναίκα του συγγραφέα στο σπίτι της. Κι έπειτα μέχρι το τέλος οι σελίδες παίζουν συνεχώς στο παρελθόν του συγγραφέα, ο μπαμπάς κι ο αδερφός του οποίου έπασχαν από το Κακό, τη γλίτσα όπως τη λέει ο Κινγκ, με αποτέλεσμα ο ένας να σκοτώσει τον άλλο κι αυτοί είναι οι δαίμονες που εμπνέουν τον μεγάλο συγγραφέα. Οι συζητήσεις μεταξύ των αδερφών είναι κενές και βαρετές μέχρι θανάτου και φυσικά η εξόντωση του τρελού από δύο αδερφές δεν μπορεί να σώσει τίποτα, έρχεται περισσότερο ως κερασάκι στην τούρτα της βαρεμάρας. Τέλος.

Αν πείτε ότι η κριτική μου λέει ελάχιστα για το περιεχόμενο του βιβλίου κι ότι δεν γράφω αναλυτικά τα επιχειρήματά μου θα σας απαντήσω πως έχετε δίκιο. Όμως όπως τα προηγούμενα βιβλία του Κινγκ με μάγευαν κι είχα χίλιες λέξεις να πω γι’ αυτά και για τα συναισθήματα που μου γεννούσαν τόσο τρεις λέξεις μου φαίνεται ότι αρκούν για να περιγράψουν αυτές τις 600 σελίδες: Βαρεμάρα μέχρι θανάτου.
600 σελίδες λοιπόν, ούτε θέλω να υπολογίσω πόσες λέξεις, (πάνω από 100 χιλιάδες) πολλαπλασιάστε επί χ δολάρια τη λέξη στις τσέπες του Κίνγκ κι εμείς μ’ ένα βιβλίο για τα σκουπίδια στα χέρια.

Θλίψη, θλίψη και πάλι θλίψη το πώς ο μεγάλος αυτός δημιουργός έκρινε ότι μπορεί να φύγει για το τυπογραφείο αυτό το κακό, κάκιστο πόνημά του.
Και σκέφτομαι…
Πού είναι ο Κίνγκ του Κριστίν; Της Λάμψης; Των αριστουργηματικών Ρίτα Χέιγουωρθ; Stand by me; Η Κάντιλακ του Ντόουλαν; Το πράσινο μίλι; Τα διηγήματα του Όλα είναι δυνατά; Ο Κίνγκ του Μίζερι; Των Χρήσιμων αντικειμένων;
Πού είναι;

Οι κριτικές που παρατίθενται με εξόργισαν, το συγκρίνουν με τη Λάμψη και το Μίζερι, μιλούν για ωριμότητα, ότι είναι συνταρακτικό, κι ένα σωρό άλλα. Ήθελα να γράψω λεπτομερώς τι και ποιος αλλά αρκετά χαλάστηκα. Αν κανένας δε βαριέται θα ήταν ενδιαφέρον να διαβάσουμε σε ξένα σαιτ γνώμες αναγνωστών.
Επίσης έχω μεγάλο ενδιαφέρον να διαβάσω κι άλλες ελληνικές κριτικές είτε από μπλογκ είτε από εφημερίδες. (αρκεί να μην είναι η συνηθισμένη σούπα).

Off the record
Κλείνω με μια υποψία που ανάγεται και στη διαολεμένη μου φαντασία. Νομίζω όμως πως πήρα το μήνυμα του αγαπημένου μου συγγραφέα. Αντιγράφω από τις ευχαριστίες:
«θα θελα να ευχαριστήσω τη σύζυγό μου. Τα τελευταία τριάντα χρόνια απολαμβάνω να παρακολουθώ την Ταμπίθα, τη Μαργκαρετ, την Άνν, την Κάθριν, τη Στέφανι και τη Μαρσέλα να παίζουν το παιχνίδι των αδερφών. Το παιχνίδι δεν είναι ποτέ το ίδιο αλλά είναι πάντα ενδιαφέρον».

Καταλάβατε; 30 χρόνια η γυναίκα του και οι 5 (!) αδερφές της τον πρήζουν με τις συζητήσεις τους. 6 γυναίκες εναντίον ενός αντρικού μυαλού. Όσο φαντασία κι αν έχει τον διέλυσαν σ’ ένα βιβλίο.
Η χειρότερη όμως υποψία μου είναι ότι το βιβλίο το ξεκίνησε η Ταμπίθα (που έχει αυτοανακηρυχθεί και συγγραφέας) έγραψε όλες τις απίστευτες συζητήσεις μεταξύ των αδερφών, κι ο Κινγκ υποχρεώθηκε να το συμμαζέψει (ίσως ο καθαρισμός της Κόπρου του Αυγεία να ήταν ευκολότερος) και το χειρότερο: να το υπογράψει. Πείτε ό,τι θέλετε. Εγώ αυτό κατάλαβα, αυτό θα υποστηρίζω μέχρι να πεθάνω.

Παρ’ όλα αυτά θλίψη θλίψη θλίψη, φίλοι. Σήμερα με πρόδωσε ένας φίλος απ’ την άλλη μεριά του Ατλαντικού, αλλά πήρα το μήνυμά του, δέχομαι τη δικαιολογία του, τη θεωρώ σαν συγνώμη, δε θα σταματήσω να τον διαβάζω, ελπίζω όσοι τον αγαπάτε να κάνετε το ίδιο…

Σας αγαπώ όλους….

Labels: , ,

Wednesday, February 14, 2007

Κριτική Αστερίου Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη

Ταξίδι στα βάθη της ψυχής

Χρήστος Αστερίου, Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2006, σ. 258


Ο ελληνοαυστραλός ζωγράφος Ιάσονας Ρέμβης μετά από ένα σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα αλλάζει εντελώς ως άνθρωπος και αναθεωρεί όλη του τη ζωή. Απαρνιέται τη μέχρι τότε καλλιτεχνική του πορεία κι αποφασίζει να γυρίσει στην Αθήνα για να βρει τα ίχνη της παιδικής του ηλικίας, όπως και τις όποιες μνήμες από τη μητέρα του που πέθανε όταν εκείνος ήταν πέντε χρόνων.
Ο ήρωας του βιβλίου θα περιπλανηθεί στη σύγχρονη Αθήνα και θα καταφέρει όχι μόνο να βρει το πατρικό του σπίτι σχεδόν ανέγγιχτο από το χρόνο, σχεδόν στην ίδια κατάσταση όπως το είχε αφήσει παιδάκι πριν μεταναστεύσει με τον πατέρα του στη μακρινή ήπειρο, αλλά και να νοικιάσει και να μείνει στο ίδιο ακριβώς διαμέρισμα.
Ήδη από τα λίγα αυτά στοιχεία ο συγγραφέας Χρήστος Αστερίου μας βάζει σε μια μυστηριώδη και αλλόκοτη ατμόσφαιρα που αρέσκεται να δημιουργεί. Πράγματι οι περιγραφές και οι σελίδες που ακολουθούν τροφοδοτούν συνεχώς το περίεργο κλίμα. Όλη η μικρή πολυκατοικία μοιάζει εγκαταλελειμμένη, το ασανσέρ δεν λειτουργεί, απ’ την άλλη όμως θέρμανση υπάρχει και το κυριότερο: κάποιος μένει στο από πάνω διαμέρισμα. Μια ηλικιωμένη, πρώην ντίβα της όπερας που ζει ολομόναχη κουβαλώντας το ασήκωτο βάρος του χαμού του παιδιού της.
Ο Ρέμβης θα γνωριστεί με την ηλικιωμένη προσπαθώντας να βρει την άκρη του νήματος σχετικά με τη μητέρα του και ταυτόχρονα να ξανακερδίσει την πίστη στον εαυτό του, την τέχνη την οποία υπηρετούσε μέχρι πρότινος, αλλά και την ίδια τη ζωή.
Ο Αστερίου υπογράφει ένα σύγχρονο μυθιστόρημα (;) (σαν υπότιτλος αναγράφεται Μια αληθινή ιστορία) προσπαθώντας να πρωτοτυπήσει μ’ ένα μοντέρνο στήσιμο. Όχι απλώς μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά και επιστολές, σελίδες ημερολογίου, δημοσιεύματα του Τύπου, ακόμα και φωτογραφίες παρατίθενται για να οδηγήσουν τον αναγνώστη στη λύση του όποιου μυστηρίου, αλλά και στην κατανόηση της αινιγματικής ιστορίας.
Από τις πρώτες σελίδες γίνεται κατανοητό πως το ταξίδι του Ρέμβη στην Αθήνα είναι πρωτίστως αυτογνωσίας. Η αλλαγή που συντελείται στον ήρωα είναι ολοκληρωτική. Ο Ρέμβης δεν αλλάζει μόνο ήπειρο, αλλά και συνήθειες, συμπεριφορές. Ουσιαστικά πετάει από πάνω του οτιδήποτε του θυμίζει τον προηγούμενό του εαυτό, μαζί και την επιτυχημένη καριέρα του. Στη συνέχεια, περίπου στη μέση του βιβλίου, ο συγγραφέας μετακινεί το κέντρο του ενδιαφέροντος από τον Ρέμβη στην ηλικιωμένη ένοικο της πολυκατοικίας αφιερώνοντας της πολλές σελίδες και δίνοντας της ίσως μεγαλύτερο βάρος απ’ όσο θα έπρεπε, μέχρι να ξαναγυρίσει στον ψυχισμό του ζωγράφου και στο τέλος του βιβλίου.
Αναμφισβήτητα ένα από τα μεγάλα όπλα του Αστερίου είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Όμορφη, καλαίσθητη, συμπαγής, είναι στιγμές που πραγματικά χαίρεσαι να τη διαβάζεις. Εδώ, στη μεγάλη φόρμα έκφρασης, είχε την ευκαιρία να τη χρησιμοποιήσει ακόμα πιο άνετα. Δυστυχώς όμως, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου κινήθηκε αριστοτεχνικά, δεν απέφυγε κάποιες υπερβολικά λεπτομερείς περιγραφές που κουράζουν. Ίσως παρασύρθηκε από τη θέληση -την εμμονή;- να σμιλέψει όλο και πιο πολύ τη γλώσσα.
Ακολουθούν συμβολισμοί που μπλέκονται με το ρεαλιστικό επίπεδο και συνεχείς ανατροπές που δημιουργούν την περίεργη ατμόσφαιρα μυστηρίου που θυμίζει πολύ τα διηγήματα του πρώτου –έξοχου- βιβλίου του συγγραφέα (Το γυμνό της σώμα κι άλλες παράξενες ιστορίες, Πατάκης, 2003). Αυτό το μυστηριακό κλίμα του αβέβαιου, του τίποτα δεν πρέπει να λαμβάνεται ως σίγουρο, σηματοδοτεί κατά τη γνώμη μου το πολύ προσωπικό (και γοητευτικό) στυλ του Αστερίου.
Όσο για τις πολύπλευρες τεχνικές αφήγησης πιστεύω ότι είναι λίγο περισσότερες απ’ όσες το κείμενο –και το μέγεθος του βιβλίου- θα είχε πραγματικά ανάγκη. Τα ημερολόγια, οι φωτογραφίες και τα δημοσιεύματα λειτουργούν ανάποδα στην εσωτερικότητα και στο μεγάλο υπαρξιακό βάθος του χαρακτήρα του ίδιου του βιβλίου.
Αναμφισβήτητα ο Χρηστος Αστερίου ετοίμασε προσεχτικά το βιβλίο του δίνοντας γι’ άλλη μια φορά ένα σύνολο που έλκει έντονα τον αναγνώστη, σχεδόν μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο σαν αυτό που ζουν και κινούνται οι ήρωές του.


Δημοσιεύτηκε στη Κυριακάτικη Αυγή (11-2-2007)

Labels: ,

Monday, January 15, 2007

κριτική Μπάνβιλ Ο διπλός θάνατος της Κ.Φολς

Διχασμένο κορμί


Μπέντζαμιν Μπλακ Ο διπλός θάνατος της Κριστίν Φολς, μυθιστόρημα, μτφ. Αύγουστος Κορτώ, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006 σ. 387


Ο Ιρλανδός Τζον Μπάνβιλ είναι μεγάλος συγγραφέας. Η Πράγα (Μεταίχμιο) και η Θάλασσα (Καστανιώτης, βραβείο Μπούκερ 2005) μας αποκαλύπτουν το ταλέντο του όσο και την εκφραστική του ικανότητα. Στο παρόν βιβλίο ο Μπάνβιλ υιοθετεί ένα ψευδώνυμο –Μπλακ- και προσπαθεί να γράψει ένα αστυνομικό, ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα, ή έστω ένα μυθιστόρημα έντονης πλοκής και καλά κρυμμένου μυστηρίου. Το αποτέλεσμα δεν είναι κακό για ένα μέτριο συγγραφέα, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση αντάξιο ενός συγγραφέα του βεληνεκούς του Μπάνβιλ.
Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικά άνισο βιβλίο που το δεύτερο μισό του δεν έχει καμία σχέση με το πρώτο. Θα έλεγα πως μπορεί ν’ αποτελέσει παράδειγμα του πώς ένας συγγραφέας μπορεί να καταστρέψει το υψηλών προδιαγραφών μυθιστόρημά του με μια κακή συνέχεια κι ένα τελείως άχρωμο τέλος.
Όλα όμως ξεκινούν καλά. Βρισκόμαστε στο Δουβλίνο γύρω στο 1950. Ο κεντρικός ήρωας είναι ο Κουίρκ, ένας καλοσχηματισμένος χαρακτήρας, ιατροδικαστής σ’ ένα νοσοκομείο. Μια μέρα αποφασίζει να ψάξει λίγο περισσότερο το θάνατο μιας νεαρής κοπέλας μπλέκοντας έτσι σε μια περίεργη όσο κι επικίνδυνη υπόθεση, στην οποία σχετίζονται και πολύ κοντινοί του συγγενείς.
Το σκηνικό στήνεται άριστα από το δημιουργό του και μπαίνουν τα θεμέλια για μια εξαιρετική συνέχεια. Η ατμόσφαιρα είναι πειστικότατη, η γλώσσα και οι περιγραφές σε μαγεύουν και το μυστήριο πλέκεται με μαεστρία. Δυστυχώς αυτό ισχύει όσο το μυθιστόρημα εξελίσσεται στην Ιρλανδία –με εξαίρεση κάποια σύντομα κεφάλαια-. Μόλις η δράση μεταφέρεται στην άλλη πλευρά του ατλαντικού η μαγεία χάνεται λες και ο συγγραφέας μπορεί να λειτουργήσει αριστοτεχνικά μόνο όταν αναφέρεται στην πατρίδα του.
Στα κεφάλαια που εξελίσσονται στη Βοστόνη φανερώνονται και οι μεγάλες αδυναμίες του μυθιστορήματος οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στην πλοκή της ιστορίας. Τίποτα το λανθασμένο, απλώς η πλοκή χαλαρώνει μέχρι να γίνει έως αδιάφορη, και το βιβλίο κάνει μια μεγάλη κοιλιά. Μια ξαφνική ανατροπή δίνει μια αχτίδα ελπίδας στον αναγνώστη, αλλά λίγο μετά ακολουθεί μια δεύτερη η οποία χαλάει όποια εντύπωση και έκπληξη είχε καταφέρει η πρώτη. Από κει και πέρα ο συγγραφέας στέκεται αμήχανος, μην ξέροντας κυριολεκτικά πώς να τελειώσει το βιβλίο.
Τι διασώζεται εν τέλει απ’ αυτό το μυθιστόρημα; Καταρχάς η γλώσσα που κινείται σε υψηλά επίπεδα, καλομεταφρασμένη από τον Α. Κορτώ, (αν έλειπε εκείνο το «αγορίνα»!), κι η ονειρική ατμόσφαιρα των δουβλινέζικων παμπ. Οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι επαρκώς σκιαγραφημένοι, αλλά οδηγούμενοι από ένα κακό σενάριο δεν μπορούν να λειτουργήσουν και να παρασύρουν τον αναγνώστη.
Η απόπειρα του Μπάνβιλ να «διχαστεί» και να μπει ως Μπλακ σ’ έναν χώρο λίγο πολύ άγνωστό του, νομίζω πως δεν ικανοποίησε. Θα έλεγα πως κυκλοφορούν πολύ καλύτερα αστυνομικά και πολύ καλύτερα βιβλία του Μπάνβιλ στην αγορά.

Δημοσιεύτηκε την προηγούμενη Κυριακή στην Αυγή

Labels: ,

Wednesday, October 04, 2006

ΙΤΑΛΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 1

Πού ‘σαι Composition doll να με δεις!


Η μοιραία μπίρα

O Ρίτσαρντ Νόλαν Γκονσάλβες, 33 ετών, Αμερικανός, ζούσε με μια Ιταλίδα, την Αλεσάντρα. Έρχονταν συχνά στην Ιταλία, στην επαρχία Φρίουλι να επισκεφτούν τη μητέρα της. Έτσι και το καλοκαίρι του 1999. Στις 15 Ιουλίου το νεαρό ζευγάρι ήρθε για διακοπές. Την επομένη αφού ήπιε μια μπίρα στο σπίτι της πεθεράς του, ο Ρίτσαρντ αισθάνθηκε έντονη αδιαθεσία. Διακομίστηκε αμέσως στο νοσοκομείο του Ούντινε. Αφού του δόθηκαν μερικά αναλγητικά για το στομαχόπονο έφυγε για το σπίτι. Κατά τη διάρκεια της νύχτας όμως η κατάστασή του επιδεινώθηκε και χρειάστηκε εκ νέου η μεταφορά του στο νοσοκομείο. Εκεί αμέσως εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Μετά από ώρες αγωνίας στις οχτώ το βράδυ της 18ης Ιουλίου, ο Ρίτσαρντ κατέληξε. Ήταν ένας ανεξήγητος θάνατος.
Η μπίρα, Ιταλικής προέλευσης, που ήπιε ο Ρίτσαρντ πριν αισθανθεί άσχημα είχε αγοραστεί στις 2 Ιουλίου από την πεθερά του σε μια συσκευασία των τριών μπουκαλιών από ένα σουπερμάρκετ του Κοντρόιπο. Η κυρία μάζεψε το άδειο μπουκάλι απ’ τα σκουπίδια και το παρέδωσε στις αρχές μαζί με την άλλη της συσκευασίας ακόμα ερμητικά κλειστή. Το αποτέλεσμα της ανάλυσης ήταν συνταρακτικό. Ενώ η κλειστή μπουκάλα ήταν απολύτως εντάξει, στην μπουκάλα της μπίρας που ήπιε ο Ρίτσαρντ βρέθηκαν 10 γραμμάρια tallio, ένα πολύ ισχυρό δηλητήριο. Η τρίτη μπουκάλα που βρέθηκε σε ένα κάδο ανακύκλωσης, βρέθηκαν ίχνη ίδιου δηλητηρίου σε πολύ μικρότερη ποσότητα όμως. Η κυρία ισχυρίζεται ότι ήπιε το περιεχόμενο χωρίς ν’ αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα.
Σύμφωνα με τους ελέγχους που έγιναν στο εργοστάσιο εμφιαλώσεως φαίνεται αδύνατον να έχει γίνει εκεί η πρόσμιξη του δηλητηρίου. Φαίνεται ότι κάποιος, θέλοντας να φτιάξει ένα θανατηφόρο λαχείο, αγόρασε τις μπίρες και τις ξανάφησε στο ράφι του σουπερμάρκετ αφού τις δηλητηρίασε.
Μερικές εβδομάδες πριν, κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου που έδωσαν οι γονείς του Ρίτσαρντ, η μητέρα της Αλεσάντρα προέβη σε βαριές δηλώσεις. Η κυρία φαίνεται πεπεισμένη ότι ο γαμπρός της δηλητηριάστηκε επίτηδες κι οι δολοφόνοι του βρίσκονται στην πόλη όπου ζει. Για την μητέρα της αρραβωνιαστικιάς «η ιταλική δικαιοσύνη δεν ερεύνησε εις βάθος». Η απάντηση του επικεφαλής Τζανκάρλο Μπονκουόρε: δεν μπορούμε ν’ ανακρίνουμε άτομα στηριζόμενοι αποκλειστικά σε μια προαίσθηση. Χρειάζονται στοιχεία, αποδείξεις. Και σ’ αυτή την περίπτωση δεν έχουμε κίνητρο.

Πηγή: Ιστοσελίδα Chi l’ha visto- Rai
Μετάφραση: Demetrio Lucas

Labels:

Wednesday, September 20, 2006

Μπουαλό Ναρσεράκ Οι λύκαινες (κριτική)


Απ’ τη μια κόλαση στην άλλη


Boileau – Narcejac Οι λύκαινες, μυθιστόρημα, μτφρ. Εύη Γεροκώστα, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2005, σελ. 207.

Βρισκόμαστε στα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ο νεαρός Ζερβέ φτάνει μια νύχτα στη Λυών μαζί με τον συγκρατούμενό του Μπερνάρ. Είναι κρυμμένοι σ’ ένα βαγόνι μιας εμπορικής αμαξοστοιχίας καθώς λίγες μέρες πριν έχουν αποδράσει από ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων. Από τις πρώτες σελίδες καταλαβαίνουμε πως ο Ζερβέ είναι εξουθενωμένος. Όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά. Το μόνο που αποζητά είναι να γλιτώσει κι έπειτα να ζήσει μια ήσυχη ζωή. Όμως μόνος του δεν τα καταφέρνει. Τα νεύρα του είναι σπασμένα και οι αντοχές του στα τελευταία τους.
Ο Μπερνάρ αντίθετα δείχνει να έχει αστείρευτες δυνάμεις. Τον οδηγεί, τον συμβουλεύει, του δίνει κουράγιο. Είναι σίγουρος πως θα τα καταφέρουν να φτάσουν στο σπίτι της Ελέν με την οποία αλληλογραφούσε όσο ήταν στο στρατόπεδο. Εκείνη τον περιμένει. Η σωτηρία τους είναι κοντά. Όμως λίγες στιγμές αφότου πηδήσουν απ’ το βαγόνι μέσα στην ομίχλη ένα τρένο θα χτυπήσει τον Μπερνάρ και θα τον σκοτώσει. Στον νεαρό Ζερβέ απομένει μόνο μια λύση. Να πάρει την ταυτότητα του Μπερνάρ και να υποδυθεί πως είναι αυτός.
Βρίσκει το σπίτι, η Ελέν τον υποδέχεται και μαζί της η Ανιές, η ετεροθαλής αδερφή της που δηλώνει ότι μπορεί να προβλέψει το μέλλον. Στο σπίτι τους ο Ζερβέ θα βρει καταφύγιο για να ξεκουράσει το σώμα του, γρήγορα όμως θα καταλάβει πως δραπέτευσε από μια κόλαση για να βρεθεί σε μια άλλη πολύ χειρότερη…
Πρόκειται για ένα νουάρ μυθιστόρημα του διάσημου δίδυμου των Γάλλων συγγραφέων Μπουαλό - Ναρσεράκ που είδαν τα έργα τους να μεταφέρονται στον κινηματογράφο από σκηνοθέτες όπως ο Χίτσκοκ (Ο δεσμώτης του ιλίγγου) και ο Α. Κλουζό (Οι διαβολογυναίκες).
Η αγωνία, το αγαπημένο στοιχείο των συγγραφέων, είναι και πάλι παρούσα σε όλο το φάσμα του βιβλίου. Ο ευαίσθητος Ζερβέ νιώθει συνέχεια φόβο. Έξω, στη θλιβερή Λυών με τα σκοτεινά στενά της δρομάκια ποτισμένα υγρασία και ομίχλη υπάρχουν οι συχνές περίπολοι των κατακτητών, αλλά και μέσα στο τεράστιο σκοτεινό σπίτι που έχει βρει καταφύγιο νιώθει τον κίνδυνο να παραμονεύει μέσα στα πράα και φαινομενικά αδύναμα πρόσωπα των δύο γυναικών που τον διεκδικούν ερωτικά. Οι γυναίκες του σπιτιού τον τυλίγουν στο ιστό τους σιγά σιγά κι εκείνος τρέμει τη στιγμή που θα αποκαλυφθεί ότι δεν είναι ο Μπερνάρ και θα βρεθεί πάλι στο δρόμο χωρίς τίποτα.
Η αγωνία που κυκλώνει τον πρωταγωνιστή μεταφέρεται στον αναγνώστη. Αιχμαλωτίζεται από τη μεστή, περιεκτική γραφή και αδυνατεί να ξεφύγει όπως ο Ζερβέ δεν μπορεί να αποδράσει από τη Λυών και τις αινιγματικές αδερφές. Η αλλαγή της ταυτότητας, η προσπάθεια του Ζερβέ να ξεπεράσει τις αδυναμίες του και να μπορέσει να διαφυλάξει όσο περισσότερο το μυστικό του είναι δοσμένα με μαεστρία. Λιγότερο ο πιο αδύναμος και αντιφατικός χαρακτήρας της Ανιές και τα κάπως βεβιασμένα ερωτικά παιχνίδια με τον πρωταγωνιστή. Ο ρυθμός του βιβλίου όμως κυλάει ικανοποιητικά καθώς οι συγγραφείς καθυστερούν άριστα τις αναπόφευκτες εξελίξεις δυναμώνοντας το σασπένς μέχρι η υπόθεση να προχωρήσει και να φτάσουμε σε μια κρίσιμη καμπή.
Από κει και πέρα τα δύο τελευταία κεφάλαια είναι τα πιο δυνατά, τα πιο γοητευτικά, αλλά ταυτόχρονα και τα πιο σκληρά του βιβλίου. Ανάλογα τον αναγνώστη –τους επηρεασμούς του, την αναγνωστική του εμπειρία και την υποκειμενικότητά του- μπορούν να κρύβουν την τελική λύση, την τελική ανατροπή ή την πιο φυσική εξέλιξη της ιστορίας χωρίς καμία έκπληξη.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή

Labels: ,

Tuesday, September 12, 2006

Τα πάντα γύρω από το έγκλημα και το δολοφόνο

Ο τρόπος σκέψης των κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων, το προφίλ του εγκληματικού νου και η διερεύνηση των εγκλημάτων

ΤΖΟΝ ΝΤΑΓΚΛΑΣ, ΜΑΡΚ ΟΛΣΕΙΚΕΡ, Στο μυαλό των σίριαλ-κίλερς, μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2004, σ.480, €19
BRIAN INNES, Το προφίλ του εγκληματικού νου, μτφρ. Αγγελική Βάσιλα, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2004, σ. 256, €19,70
DAVID OWEN, Εργαστήριο εγκληματολογίας (Διερεύνηση ανεξιχνίαστων εγκλημάτων), μτφρ. Δήμος Αυγερινός, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2003, σ.128, €14,90

Τρεις πρόσφατες εκδόσεις αφιερωμένες στο έγκλημα, στον δολοφόνο και στον τρόπο σκέψης του, αλλά και στην προσπάθεια της αστυνομίας για την αντιμετώπισή του. Οι κατ’ εξακολούθηση δολοφόνοι, τα αποτρόπαια εγκλήματά τους και μια συστηματική έρευνα που εξελίχθηκε σε επιστήμη: η σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία.

Ο Τζων Ντάγκλας είναι ένας πρώην πράκτορας του FBI που διέπρεψε στο επάγγελμά του κι έγινε ένας ζωντανός μύθος. Στο βιβλίο του Στο μυαλό των σίριαλ-κίλερς (αυθεντικός τίτλος Mindhunter) που έγραψε με τη βοήθεια του Μαρκ Ολσέικερ και έγινε σούπερ μπεστ σέλερ στην Αμερική, περιγράφει τις έρευνές του και την αδιάκοπη μελέτη του ακριβώς για τον τρόπο σκέψης των κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων.
Ο Ντάγκλας προσπαθεί να «μπει» τόσο στο μυαλό του δολοφόνου, όσο και του θύματος. Μετά από εκατοντάδες υποθέσεις, του αρκεί να δει το μέρος όπου έγινε το έγκλημα -πολλές φορές μόνο από φωτογραφίες- και να καταλήξει σ’ ένα ολοκληρωμένο προφίλ του δολοφόνου με το οποίο η αστυνομία θα καταφέρει τις περισσότερες φορές να τον συλλάβει.
Ο Ντάγκλας ως ένας σύγχρονος Σέρλοκ Χολμς (μεγάλη σύμπτωση: το πατρικό της μητέρας του ήταν Χολμς) από το σκηνικό του φόνου, από το πώς συμπεριφέρθηκε ο δολοφόνος στο θύμα, από το πού και το πώς του επιτέθηκε μαντεύει την ηλικία (αν και είναι το στοιχείο που λαθεύει συχνότερα) του δολοφόνου, πώς συνηθίζει να ντύνεται, με τι αυτοκίνητο μετακινείται, αν μένει μόνος του και ένα σωρό άλλες πληροφορίες. Το 1979, στην υπόθεση του Δολοφόνου του Μονοπατιού, που σκότωνε πεζοπόρους στη Βόρειο Καλιφόρνια, προέβλεψε ότι ο δολοφόνος ήταν ψευδός. Υπερβολή; Κι όμως υπάρχει λογική εξήγηση και ο συγγραφέας την εξηγεί διεξοδικά.
Ο Ντάγκλας αφού ερεύνησε εκατοντάδες δολοφονίες απαντά ότι δεν ξέρει αν γεννιέται ή γίνεται ο εγκληματίας, ούτε γνωρίζει πώς διαπράττεται το τέλειο έγκλημα. Μας δίνει όμως μία ανθρωποκτονική τριάδα που μαρτυρά τον εγκληματία: Ο βασανισμός μικρών ζώων, η ενούρηση σε μεγάλη ηλικία κι ο εμπρησμός.
Αναφέρεται λεπτομερώς στις φαντασιώσεις των κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων και στη σχέση που έχουν με το αστυνομικό επάγγελμα. Πολλοί από αυτούς θέλησαν να γίνουν αστυνομικοί και δεν τα κατάφεραν ακολουθώντας συναφή επαγγέλματα όπως φύλακας ασφαλείας ή νυχτοφύλακας. Χρησιμοποιούν δε αυτοκίνητα ίδια μοντέλα με τα αστυνομικά ή αγοράζουν πρώην αστυνομικά. Επίσης πολύ συχνά προσπαθούν να εμπλακούν στην αστυνομική έρευνα, έχουν φίλους αστυνομικούς, και για να ικανοποιούν τη φαντασίωση τους, αλλά και για να μαθαίνουν πληροφορίες εκ των έσω για την ενδεχόμενη σύλληψή τους.
Όσο για τα κίνητρά τους, ο Αμερικανός πράκτορας δίνει τρία βασικά: Κυριαρχία, χειριστικότητα (δυστυχώς στη μετάφραση δε δίνεται ο αγγλικός όρος, αλλά ο Ντάγκλας το εννοεί με την ικανότητα να χειριστείς μία δύσκολη κατάσταση), έλεγχος. Όλα αυτά δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων έχει πολύ ανεπτυγμένο δείκτη νοημοσύνης. Ο Ντάγκλας τους θεωρεί «οργανωμένους» δράστες: όσο προχωρούν στα εγκλήματά τους εξελίσσονται και βελτιώνονται λιγοστεύοντας τα λάθη και τις απροσεξίες τους, αλλά ταυτόχρονα εξελίσσονται και οι φαντασιώσεις τους. Αντίθετα «αποδιοργανωμένοι» είναι οι δράστες που ξεκινώντας με σκοπό να ληστέψουν ή να βιάσουν μία γυναίκα καταλήγουν να την σκοτώσουν.
Η εξομολόγηση του συγγραφέα είναι αποκαλυπτική και η γραφή του χειμαρρώδης. Το βιβλίο έχει μεγάλο ενδιαφέρον, είναι κάτι που δεν διαβάζεις καθόλου συχνά, ούτε μπορείς να συνειδητοποιήσεις εύκολα το αντικείμενο της δουλειάς του Ντάγκλας. Αλήθεια τι δουλειά μπορεί είναι αυτή και τι νεύρα - αυτοκυριαρχία πρέπει να διαθέτεις για να την εξασκείς όταν πηγαίνεις να δουλέψεις με στοιχεία που σου δίνει το πτώμα ενός δολοφονημένου ανθρώπου; Κι όταν πολύ συχνά πρόκειται για κάποιο παιδί;
Κι όμως αυτός ο πράκτορας δούλευε για χρόνια σε εκατοντάδες υποθέσεις ανεξιχνίαστων δολοφονιών σ’ ολόκληρη την Αμερική. Λύνοντας τις περισσότερες από αυτές κέρδισε μια φήμη που ξεπέρασε τα όρια του FBI σε σημείο να τον συμβουλεύονται συγγραφείς όπως ο Thomas Harris για τη δημιουργία του πασίγνωστου χαρακτήρα του βιβλίου του Η σιωπή των αμνών: του δόκτωρ Χάνιμπαλ.

*
Το Προφίλ του εγκληματικού νου του Brian Innes είναι ένα πλήρες, προσεγμένο βιβλίο με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και ενδεικτική βιβλιογραφία.
Αρχικά εξετάζει αν υπάρχει εγκληματική προδιάθεση στον άνθρωπο ξεκινώντας απ’ τον καθηγητή της ιατροδικαστικής Τσέζαρε Λαμπρόζο που τον 19ο αιώνα υποστήριξε την τολμηρή θεωρία σύμφωνα με την οποία οι διάφοροι τύποι εγκληματιών μπορούν να εντοπιστούν από τα φυσικά τους χαρακτηριστικά, φτάνοντας μέχρι τις πιο σύγχρονες ανάλογες θεωρίες.
Μεγάλο μέρος κι αυτού του βιβλίου όπως και του Ντάγκλας περιλαμβάνει τις έρευνες και τις μελέτες ειδικών ψυχολόγων και αστυνομικών γύρω απ’ τη σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία. Αναλύει διεξοδικά πολλές περιπτώσεις εγκληματιών και κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων σε όλο τον κόσμο δίνοντας πληροφορίες και λεπτομέρειες για τον τρόπο σκέψης και δράσης τους χωρίζοντάς τους σε κατηγορίες και σε τύπους επιτιθέμενου δράστη.
Μερικοί από τους κατ’ εξακολούθηση δολοφόνους που παρουσιάζονται έχουν παγκόσμια φήμη όπως ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης, ο Τσαρλς Μάνσον ή ο Τζέφρι Ντάμερ κι άλλοι είναι λιγότερο γνωστοί όμως τα εγκλήματά τους είναι το ίδιο ανατριχιαστικά. Ο αναγνώστης διαβάζοντας τις κινήσεις της αστυνομίας μέχρι τη σύλληψή τους γρήγορα καταλαβαίνει πως η σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία δεν συμβάλει απλώς στη σύλληψή του, αλλά είναι σχεδόν πάντα η αρχή των ερευνών και το βασικό -συχνά το μοναδικό- όπλο των αστυνομικών σε περιπτώσεις που τα υπόλοιπα στοιχεία είναι ελάχιστα ή μηδαμινά.
Τα τελευταία χρόνια οι Αμερικανοί πράκτορες του FBI (όπως ο Ντάγκλας) έχουν προχωρήσει στη δημιουργία μιας Μονάδας Επιστημών Συμπεριφοράς που έχει σαν πρωταρχικό στόχο τη σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν έχουν εξελιχτεί με τα χρόνια και την εμπειρία των ειδικών πρακτόρων που δε σταματούν να εμπλουτίζουν τη βάση δεδομένων τους από κάθε έγκλημα σε κάθε γωνιά της γης. Από την προσπάθεια να κατανοήσουν και να καταγράψουν τις σχέσεις μεταξύ των δολοφόνων, (πώς ο ένας θαυμάζει ή αντιγράφει τον άλλο), τη μελέτη και την εξέταση του γραφικού χαρακτήρα σε περιπτώσεις απαγωγών ή εκβιασμών φτάνοντας στους μοντέρνους ανιχνευτές ψεύδους και στα μυστικά της ανάκρισης. Επίσης, για τις περιπτώσεις ομηρίας, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν και στη χώρα μας, και για το περίφημο σύνδρομο της Στοκχόλμης: όταν δηλαδή ο όμηρος παίρνει το μέρος του δράστη και σχεδόν ταυτίζεται μ’ αυτόν.

*

Το εργαστήριο εγκληματολογίας του μηχανικού David Owen έχει σαν θέμα του τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από τις ιατροδικαστικές αρχές για την εξιχνίαση εγκλημάτων.
Περιγράφει το πώς εξελίχτηκε η επιστήμη στο πλευρό του νόμου: απ’ την ανακάλυψη των αποτυπωμάτων και τις βαλλιστικές έρευνες στην ανίχνευση των δηλητηρίων παραθέτοντας παραδείγματα από γνωστές και μη υποθέσεις. Απ’ την αναγνώριση του κατ’ εξακολούθηση δολοφόνου Τεντ Μπάντι χάρη σ’ ένα οδοντικό αποτύπωμα που βρέθηκε πάνω σ’ ένα θύμα του μέχρι την Κάρολ Γκριλς η οποία δηλητηρίαζε τα θύματά της με θάλλιο και στη φυλακή απέκτησε το παρατσούκλι «Θεία Θάλη». Μνημονεύεται επίσης η δολοφονία του Βούλγαρου αντικαθεστωτικού Γκιόργκι Μαρκόφ που εργαζόταν στο BBC στο Λονδίνο από πράκτορες της κυβέρνησης της Βουλγαρίας. Ο Μάρκοφ δηλητηριάστηκε από ένα ειδικό όπλο κρυμμένο σε μια ομπρέλα. Ο δολοφόνος απλώς «τσίμπησε» με την άκρη της ομπρέλας του τον Μάρκοφ στο πόδι, διοχετεύοντάς του όμως στο αίμα ρικίνη, ένα δηλητήριο πεντακόσιες φορές πιο δυνατό από το υδροκυάνιο. Υπόθεση που θυμίζει τη σύγχρονη απόπειρα δολοφονίας με δηλητηρίαση του Ουκρανού πολιτικού Βίκτορ Γιουστσένκο.
Επίσης ο συγγραφέας δίνει πληροφορίες για την διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων, αλλά και για την πρώτη βομβιστική επίθεση στο παγκόσμιο κέντρο εμπορίου και την μετέπειτα μοιραία επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε ότι και τα τρία βιβλία κινούνται στον ίδιο χώρο, (πολλές υποθέσεις είναι κοινές, ο μαύρος κατά συρροήν δολοφόνος Μ. Ουίλιαμς βρίσκεται και στα τρία) και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη που ενδιαφέρεται για την ψυχολογία, την αστυνομική έρευνα (και τα αστυνομικά μυθιστορήματα), τη λογική και την επίλυση προβλημάτων.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή
φωτογραφίες από το επίσημο site της Ιταλικής Αστυνομίας
πίσω από τον σκοπευτή δεξιά διακρίνεται ο περίφημος τρούλος του καθεδρικού ναού της Φλωρεντίας έργο του διάσημου Μπρουνελέσκι.

Labels: ,

Sunday, September 10, 2006

Κριτική Λουκαρέλι Μέρα με τη μέρα

Κάρλο Λουκαρέλι, Μέρα με τη μέρα, αστυνομικό μυθιστόρημα, μτφ. Δήμητρα Δότση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005, σ. 242

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική εκδοτική αγορά στρέφεται όλο και περισσότερο στο σύγχρονο ιταλικό αστυνομικό μυθιστόρημα με συγγραφείς όπως ο Μάσιμο Καρλότο (Το μυστικό του Μαντζαμπάρκε) κι ο Μικέλε Τζούταρι (Σκράμπλ), ενώ κάπως αργοπορημένα ανακαλύπτει τον Κάρλο Λουκαρέλι, πασίγνωστο στη γειτονική χώρα κυρίως λόγω της εκπομπής του, Μυστήρια της Ιταλίας, στην κρατική τηλεόραση. Ο Λουκαρέλι είναι σήμερα ένας από τους κορυφαίους αστυνομικούς συγγραφείς με πάνω από δέκα βιβλία στο ενεργητικό του και το Μέρα με τη μέρα αποδεικνύει τις πραγματικά μεγάλες δυνατότητές του.

Η ιταλική κοινωνία του εικοστού πρώτου αιώνα, πολιορκημένη από την ηλεκτρονική εποχή, ταυτόχρονα με την αγωνιώδη προσπάθεια μίμησης κάθε αμερικανισμού σημαδεύει το βιβλίο. Ο Λουκαρέλι έχει επηρεαστεί από τα αμερικάνικα θρίλερ τόσο τα έντυπα όσο και τα τηλεοπτικά, και δεν προσπαθεί να το κρύψει. Άλλωστε το ίδιο έχει συμβεί και στην τοπική εγκληματικότητα και αντίστοιχα και στην ιταλική αστυνομία που λίγο πολύ αντιγράφουν τις αμερικανικές μεθόδους.

Ο Βιτόριο είναι ένας επαγγελματίας δολοφόνος που επικοινωνεί μόνο μέσω ιντερνέτ, ο Άλεξ δουλεύει σε μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών του διαδικτύου κι η Γκράτσια είναι μια αστυνομικός παθιασμένη με τη δουλειά της που ταυτόχρονα όμως προσπαθεί να μείνει και γυναίκα. Οι ζωές των τριών ηρώων θα μπλεχτούν σ’ ένα αδυσώπητο κυνήγι βουτηγμένο στο αίμα και την αγωνία.

Ο Λουκαρέλι σκάβει βαθιά στις ψυχές των ηρώων και περιγράφει με μεγάλη υπομονή και ψυχραιμία τους λαβύρινθους της ύπαρξης και τα παιχνίδια της μοίρας. Καταφέρνει με μια ξεχωριστή ικανότητα άλλοτε να κάνει τις σκηνές να κυλάνε με κινηματογραφική ταχύτητα κι άλλοτε να φρενάρει το ρυθμό μπαίνοντας στο μυαλό του δολοφόνου ή στην ανθρώπινη αγωνία της αστυνομικού. Δίνει στην υπόθεση ένα ιδιαίτερο βάρος στους νέους, ο Άλεξ είναι η καλύτερη εικόνα, και στο αδιέξοδο που βρίσκονται μπροστά στους εξαντλητικούς ρυθμούς της σημερινής εποχής και της αποξένωσης του διαδικτύου. Το τραγούδι του Λουίτζι Τέκνο, Un giorno dopo laltro, απ’ όπου κι ο τίτλος, ξεκινάει θέλοντας να δώσει μια μελαγχολική νότα στο βιβλίο, αλλά τελικά η μελαγχολία διαποτίζει τους περισσότερους ήρωες ρίχνοντάς τους σε μια κατάσταση συλλογισμού και σιωπής.

Ο Λουκαρέλι είναι φανερό ότι παίζει στα δάχτυλα τη σύγχρονη Ιταλία. Έχει μελετήσει τα μυστήριά της, τις υποθέσεις που άγγιξαν τους ιταλούς, τα άλυτα αινίγματα, τις πολιτικές ίντριγκες, τη μαφία, αλλά και κάποια «καθημερινά» εγκλήματα που δείχνουν το παράλογο της σημερινής κοινωνίας. Μ’ αυτό το βιβλίο δείχνει το δρόμο του σύγχρονου αστυνομικού θρίλερ όσο και της σημερινής ανθρώπινης ψυχής.

Labels: ,

Monday, September 04, 2006

Σύντομη κριτική Μπάνβιλ Πράγα

Μια σύντομη κριτική για ένα εξαιρετικό βιβλίο.
Κρίμα που δύο άλλα της ίδιας σειράς, για την Φλωρεντία και το Παρίσι, είναι πολύ κατώτερα και δεν συστήνονται προς αγορά.


Τζον Μπάνβιλ Πράγα, σειρά Πορτρέτα μιας πόλης, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2005, μτφ. Λύο Καλοβυρνάς, σ. 284

Μια μουσική για μια μελαγχολική και σπαρακτικά ερωτεύσιμη πόλη. Ο Μπάνβιλ γράφει ζωγραφίζοντας το χιόνι που σκεπάζει τα κολλητά σπίτια δίπλα στο ποτάμι, τη μεθυστική ομίχλη που αγκαλιάζει τα αγάλματα στη γέφυρα του Καρόλου κι ανάγει την Πράγα σ’ ένα φανταστικό μέρος όπου μια αλλόκοτη γοητεία μεθάει απροειδοποίητα τους ανύποπτους επισκέπτες. Μέσα στην καρδιά μιας παγερής νύχτας άφθονα ποτήρια της καλύτερης μπίρας του κόσμου δένουν με τζαζ μουσική κάτω από μαυρισμένο ξύλο και πέτρινα θολωτά ταβάνια κάποιου μπαρ, την ώρα που η ποίηση έρχεται μέσα σου τόσο φυσικά… Η Πράγα είναι η πατρίδα του Κάφκα, είναι η μάλα στράνα, είναι οι φυλακισμένες ψυχές που έρχονται να δείξουν με μια πρωτοφανή σκληρότητα πόσο κοντά είναι η τέχνη του λόγου στην αρρώστια της ψυχής, στη μελαγχολία. Η Πράγα είναι η πόλη που το όνειρο συνάντησε τον άνθρωπο κι ο συγγραφέας είναι ένας από τους λίγους που μπόρεσαν να το διακρίνουν και να το περιγράψουν.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή

(Θα απαντήσω σε τυχόν σχόλια από Παρασκευή, ευχαριστώ)

Labels: ,

Thursday, July 27, 2006

Κριτική Πιερ Μερό Θηλαστικά

Αλήθειες ξεγυμνωμένες


Πιερ Μερό, Θηλαστικά, μυθιστόρημα, μτφ. Εύα Καραϊτίδη, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2005, σελ. 248.

Η Γαλλία ανέκαθεν ήταν μια ανεξάντλητη πηγή παραγωγής λογοτεχνικών βιβλίων, και σχεδόν πάντα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη χάραξη νέων δρόμων και κατευθύνσεων, ειδικά στην πεζογραφία, στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Φέτος είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε και στη γλώσσα μας δύο ξεχωριστά όσο και ασυνήθιστα βιβλία, το Μικρή πραγματεία περί αμεριμνησίας του Denis Grozdanovitch (εκδόσεις Πόλις) και το Θηλαστικά του Πιερ Μερό.
Ο Μερό υπογράφει ένα βιβλίο που η λέξη μυθιστόρημα αδυνατεί να περιγράψει ολοκληρωτικά. Πρόκειται για ένα γραπτό με πολλαπλές όψεις που άλλοτε μοιάζει με αυτοβιογραφία, συχνά σαν μαρτυρία, σπάνια σαν δοκίμιο και καμιά φορά ταξιδεύει στα πελάγη μιας φανταστικής ιστορίας, λες κι ο συγγραφέας έγραφε υπακούοντας μόνο στις εσωτερικές του ανάγκες καταπατώντας κάθε σοβαροφανή κανόνα για δέσιμο, πλοκή και συνοχή, υποτίθεται, ενός σωστού βιβλίου.
Αλήθεια, μπροστά στην πολυφορεμένη πια γνώμη μερικών ειδικών ότι κάποιοι άπειροι συγγραφείς στα πρώτα τους βιβλία απλώς περιγράφουν τον εαυτό τους, ο Μερό τούς βγάζει επιδεικτικά τη γλώσσα. Διότι στο βιβλίο του μπορεί να αναφέρεται στον εαυτό του και με την ίδια άνεση, και αληθοφάνεια, πάντα μέσα από την γραφή, να αποποιείται τα πάντα. Μπορεί ο αναγνώστης να κατευθύνεται από το βιογραφικό και να το βλέπει να παίρνει σάρκα και οστά μέσα στις πυκνογραμμένες σελίδες και λίγο μετά όλα να ανατρέπονται ή να μοιάζουν φανταστικά, όπως συχνά είναι τα όνειρα.
Όμως αυτή είναι μόνο μία ικανότητα στησίματος του βιβλίου, και δεν είναι η μεγαλύτερη αρετή του Μερό. Η αληθινή αξία του γραπτού είναι οι τοποθετήσεις του συγγραφέα πάνω στη ζωή γενικά και στις πολλές πλευρές της που δοκιμάζουν και ορίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο και ειδικότερα τον δυτικοευρωπαίο.
Ο Μερό ντύνει τον ήρωά του (ή ντύνεται ο ίδιος) με το πρόσωπο ενός θείου του και περιγράφει τις περιπέτειές του. Ο θείος είναι αλκοολικός, ευκαιρία λοιπόν για την πρώτη ξεγυμνωμένη αλήθεια. Σπάνιες σε βαρύτητα σελίδες γύρω απ’ την ψυχολογία του πότη και του μικρόκοσμου της νύχτας. Ευαίσθητα τα όρια από τη στιγμή της ευφορίας στην, χωρίς γυρισμό, σκοτεινή χώρα του αλκοολισμού. Ο θείος κυριεύεται συχνά από την ψευδαίσθηση της ασφάλειας του ποτού και την κάλπικη ζεστασιά των μπαρ. Κάθε πρωί όμως, όταν φεύγει η νύχτα και το οινόπνευμα ξεθυμαίνει, είναι η αλήθεια κι η ήττα εκείνες που τον ξυπνούν μέσα σε άγνωστες βρόμικες τρώγλες δίπλα σε ξένα, τελειωμένα κορμιά.
Ο θείος δεν έχει μια σταθερή δουλειά. Αφού νιώσει για μερικά χρόνια στο πετσί του την ανεργία, -που τρέφει τον κοινωνικό ρατσισμό, γεννάει απελπισία και πλήττει όλες τις τάξεις κι όλα τα επαγγέλματα-, αλλάζει διάφορα επαγγέλματα γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την εργασιακή εκμετάλλευση. Εδώ η γραφή του Μερό είναι κάτι παραπάνω από καυστική. Η απλότητα των μηνυμάτων δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο να προσπεράσεις. Σε χτυπάει κατευθείαν, σαν μαχαιριά στην καρδιά.
Ακολουθεί μια εργασία στα βάθη ενός σύγχρονου εκδοτικού οίκου. Καμιά φορά τα φανταχτερά και ζεστά εξώφυλλα των βιβλίων κρύβουν έναν αλλόκοτο κόσμο, τόσο σκληρό και απρόσωπο όσο των αδηφάγων πολυεθνικών. Έπειτα μια θέση καθηγητή γυμνασίου σ’ ένα φτωχό προάστιο του Παρισιού, θέμα εντελώς επίκαιρο λόγω των πρόσφατων γεγονότων, όπου ο συγγραφέας περιγράφει την σχεδόν ανεξήγητη ατμόσφαιρα βίας που κυριαρχεί, όπως και τον άνισο αγώνα των καθηγητών, μάχη πραγματική για να επιβιώσουν απέναντι στους οργισμένους μαθητές.
Ο Μερό δεν κρύβεται. Ποτέ. Έτσι θεωρεί ότι είναι τα θηλαστικά, οι άνθρωποι, οι μοντέρνοι Ευρωπαίοι και αναλόγως τα περιγράφει. Να πάσχουν από έλλειψη επικοινωνίας, να παραπαίουν στο θέμα του έρωτα, να είναι γεμάτοι συμπλέγματα, ψυχώσεις, αδυναμίες και να βρίσκουν καταφύγιο στη ψυχανάλυση, τον κρυφό τους έρωτα, ειδικά των Γάλλων.
Ο Μερό δεν ξεγυμνώνει απλώς. Γδέρνει το δέρμα της σύγχρονης συμπεριφοράς και δίνει μερικές αλήθειες ζωντανές, ακλόνητες όσο και τραγικές.


Δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 29 Ιανουαρίου 2006.

Labels: ,

Wednesday, July 19, 2006

Κριτική Το Συνδικάτο

Η ιστορία της αμερικάνικης μαφίας


Gus Russo, Το συνδικάτο, μτφρ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, εκδόσεις Ηλέκτρα, Αθήνα 2005, σελ. 735.



Μια σύγχρονη, ογκώδης μελέτη γεμάτη μαρτυρίες, εξιστορήσεις και διασταυρωμένες πληροφορίες από εκατοντάδες κρατικά και ιδιωτικά αρχεία. Αυτή είναι η ιστορία της «Οργάνωσης» ή του «Συνδικάτου», δηλαδή της αμερικάνικης μαφίας. Το βιβλίο είναι καρπός δουλειάς -ετών σίγουρα- του ερευνητή - δημοσιογράφου Γκας Ρούσο.
Ο συγγραφέας φανερώνει από τις πρώτες σελίδες την πρόθεσή του να ασχοληθεί με τη μαφία του Σικάγου και δεν θίγει ούτε προς το τέλος την οργάνωση της Νέας Υόρκης, ειδικά των τελευταίων χρόνων που είχε αναλάβει τα ηνία του οργανωμένου εγκλήματος στην αμερικάνικη ήπειρο κρατώντας στενή σχέση με την ιταλική μαφία.
Η αλήθεια είναι πως το Σικάγο κι ένας από τους πιο γνωστούς μαφιόζους του, ο Αλφόνσο ή Αλ Καπόνε έχουν συνδυαστεί άρρηκτα –τουλάχιστον στη χώρα μας- με τη λέξη μαφία στην Αμερική. Ο Ρούσο γυρίζει εκεί, στα τέλη του 19ου αιώνα προσπαθώντας να βρει την αιτία ανάπτυξης των πρώτων συμμοριών που σιγά σιγά οδήγησαν στις μεγαλύτερες και πώς από το κοινό έγκλημα έφτασαν ακριβώς στο οργανωμένο. Πώς από τους μαχαιροβγάλτες μπράβους που τρομοκρατούσαν μια μικρή γειτονιά καταλήξαμε στους ασπρομάλληδες φαινομενικά ακίνδυνους γεράκους που έφτασαν στο σημείο να κανονίζουν ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ.
Ο σεβασμός προς τα σημαντικά πρόσωπα, η ομερτά και κατά συνέπεια η μαφία ήρθε από την Ιταλία. Ο Ρούσο, ιταλικής καταγωγής σίγουρα, αν και δε δηλώνεται πουθενά στο βιβλίο, προσπαθεί να υπεραμυνθεί αυτής της άποψης παρουσιάζοντας στατιστικές της εποχής που φανερώνουν πολύ μικρή συμμετοχή Ιταλών σε εγκλήματα όπως και μεγάλο ρατσισμό των ντόπιων εναντίων των ιταλών μεταναστών που κατέφθαναν συνεχώς στις αρχές του 20ου αιώνα. Δυστυχώς οι ρίζες της μαφίας στη γείτονα μας χώρα υπήρχαν πολύ παλιότερα από το Σικάγο και συνεχίζουν να υπάρχουν παντοδύναμες.
Για τον Ρούσο οι βάσεις για την ίδρυση του οργανωμένου εγκλήματος ξεκινούν απ’ το βλακώδη νόμο της ποτοαπαγόρευσης που τέθηκε σε ισχύ το 1920. Πράγματι σχεδόν αμέσως η παραγωγή παράνομου αλκοόλ ανθίζει φέρνοντας αστρονομικά κέρδη σε εκατοντάδες λαθρέμπορους που εκμεταλλεύονταν την αδυναμία του κράτους να επιβάλει την τάξη: λίγοι πράκτορες να εφαρμόσουν το νόμο αμειβόμενοι χειρότερα κι από τους σκουπιδιάρηδες κι έτσι πολύ επιρρεπείς στη διαφθορά όπως και μικρά πρόστιμα στους παραβάτες.
Ταυτόχρονα η πόλη του Σικάγου μεγαλώνει και σιγά σιγά γίνεται άντρο παρανόμων. Εδώ γεννιέται η λέξη υπόκοσμος από μια περίεργη κατασκευαστική ιδιαιτερότητα: η πόλη αρχικά χτισμένη πάνω στη λάσπη ξαναχτίστηκε πιο ψηλά αφήνοντας από κάτω ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγεια που δρούσε ένας ολόκληρος κόσμος: φτωχοί, περιθωριακοί και φυσικά εγκληματίες. Οι αστυνομικοί είναι πολύ λίγοι να επιβάλλουν την τάξη. Η πόλη είναι γεμάτη σαλούν, πορνεία και παράνομα αποστακτήρια, υπάρχει μια πραγματική «επιδημία» βομβών (οχτακόσιες εκρήξεις βομβών ανάμεσα στα έτη 1900-30) ενώ οι αλληλοσκοτωμοί -ακόμα και μεταξύ συγγενών- αντιπάλων ιταλών γκάνγκστερ δίνουν και παίρνουν. Είναι τα χρόνια της σιωπής, της ομερτά, είναι τα χρόνια που το άστρο του μεγάλου Αλ Καπόνε ανατέλλει.
Ο Αλ που κερδίζει εκατομμύρια, που θέλει να φαίνεται, που ντύνεται με πανάκριβα ρούχα, που κάνει ακριβά δώρα κι όταν εργάζεται διατάζει την εξόντωση κάποιας αντίπαλης συμμορίας (που δεν συμμορφώθηκε στις διαταγές του και πείραξε κάποιο δικό του εμπόρευμα) αν δεν πιάσει ο ίδιος ένα ρόπαλο να ανοίξει το κεφάλι κάποιου δικού του που τον πρόδωσε. Ο Ρούσο δειλά δειλά σε μια υποσημείωση μας φανερώνει και μια μικρή, λιγότερο γνωστή πλευρά του Καπόνε: ότι δεν ήταν ρατσιστής κι ότι έφερε την τζαζ στο Σικάγο από τη Νέα Ορλεάνη φέρνοντας όλους τους μεγάλους μαύρους μουσικούς της εποχής να παίξουν στα κλαμπ του. Εκείνο που ο Ρούσο ξεχνά να πει είναι πως στα κλαμπ αυτά οι μαύροι φυσικά απαγορευόταν να μπουν. Τώρα να ωραιοποιείται ως μη ρατσιστής ένας άνθρωπος που είχε σκοτώσει και κάθε τόσο διέταζε το θάνατο άλλων ακούγεται μάλλον λίγο αφελές.
Όμως η βασιλεία του Καπόνε έμελλε να τελειώσει κάποτε. Η αστυνομία κατάφερε να τον συλλάβει για φοροδιαφυγή και να τον στείλει στη φυλακή. Αρχικά στην Ατλάντα κι έπειτα -άρρωστος από σύφιλη- στο βράχο, στο Αλκατράζ ανάμεσα σε μικροκακοποιούς που δεν του έδειχναν τον παραμικρό σεβασμό.
Οι κάπο του Σικάγου που θα κληρονομήσουν την αυτοκρατορία του είναι οι γιοι των ιταλών μεταναστών. Είναι πιο μυαλωμένοι: θέλουν να μείνουν σε απόσταση, όχι πια δημοσιότητα, δημιουργία δικτύου με τις άλλες μεγάλες πόλεις, ξέπλυμα χρημάτων. Η οργάνωση είχε γεννηθεί.
Πρώτο μέλημα η ανεύρεση άλλων πεδίων εξοικονόμησης χρημάτων καθώς το παράνομο αλκοόλ είναι πια παρελθόν. Έτσι πλευρίζουν πολιτικούς και παράλληλα στρέφονται σε πολλούς τομείς: στη βιομηχανία του θεάματος στο Χόλιγουντ, στα πανίσχυρα συνδικάτα εργαζομένων, στις λοταρίες, στις ιπποδρομίες, στα στοιχήματα και στις εταιρείες επικοινωνίας αποκομίζοντας μερίδιο από παντού ξεπλένοντας ταυτόχρονα τα χρήματα παρουσιάζοντάς τα σαν κέρδη από τις νόμιμες επιχειρήσεις τους. Όμως οι μέθοδοι δεν αλλάζουν. Όποιος δεν πειθόταν με τα λόγια πειθόταν με τις σφαίρες.
Το πόσο σταθερά πατούσε στα πόδια της η οργάνωση αποδεικνύεται από τις στενές σχέσεις της με τον Χάρι Τρούμαν όπως και με την οικογένεια Κένεντι. Όμως κι η άλλη πλευρά, η πλευρά του νόμου άρχισε να δείχνει επιτέλους σημάδια αντίδρασης. Αυτό έγινε όταν το FBI μπήκε στο παιχνίδι με τις παρακολουθήσεις προσώπων και τις υποκλοπές των τηλεφώνων ξεκινώντας ένα διαρκές κρυφτούλι με τους ανθρώπους του Συνδικάτου.
Η σχέση της οργάνωσης με την οικογένεια Κένεντι έμελλε να είναι καθοριστική για την τύχη της. Όλα άρχισαν όταν ο μπαμπάς Κένεντι έπεισε το Συνδικάτο να χρησιμοποιήσει όλη του τη δύναμη ώστε ο γιος του, ο JFK, να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές. Η συμφωνία κλείστηκε με τους αρχηγούς της οργάνωσης να δουλεύουν σε εξαντλητικούς ρυθμούς υπέρ του Τζον Κένετι προσμένοντας άγνωστο ποια ακριβώς οφέλη, αλλά σίγουρα λιγότερες παρακολουθήσεις και περισσότερα στραβά μάτια στις παράνομες δραστηριότητες τους.
Ο JFK κέρδισε τις εκλογές, αλλά ο μπαμπάς Κένεντι πρόδωσε την οργάνωση. Απαίτησε από τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο γιο του να κάνει υπουργό δικαιοσύνης τον άλλο του γιο, τον Μπόμπι Κένεντι τον μεγαλύτερο ίσως πολέμιο μέχρι τότε του οργανωμένου εγκλήματος. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Ο Μπόμπι Κένεντι αύξησε τους πράκτορες και τις παράνομες τηλεφωνικές παρακολουθήσεις παραβαίνοντας κατάφορα τους νόμους περί ατομικών δικαιωμάτων. Η πιο λογική εξέλιξη στην ιστορία θα ήταν η δολοφονία του Τζων Κένεντι να αποδίδεται στην οργάνωση για εκδίκηση. Ο συγγραφέας όμως παρουσιάζει τους κάπο να αιφνιδιάζονται κι αυτοί από τη δολοφονία και το μυστήριο να παραμένει σκοτεινό καθώς η CIA και το υπουργείο εξωτερικών είναι βαθιά αναμεμιγμένοι στην υπόθεση.
Η δράση του Συνδικάτου συνεχίζεται αν και οι αρχηγοί του είναι πια γέροι και κουρασμένοι. Ένας ένας τελειώνουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Οι πιο τυχεροί πεθαίνουν από γηρατειά, άλλοι στη φυλακή κι άλλοι από μια σφαίρα υπακούοντας στους άγραφους νόμους της ομερτά.
Το βιβλίο πέραν της ιστορίας της οργάνωσης είναι γεμάτο από γαργαλιστικά επεισόδια -στα όρια του μύθου- για τους μαφιόζους, άλλοτε απολαυστικά κι άλλοτε τρομακτικά όπως και οι φωτογραφίες με τις οποίες συνοδεύεται. Λόγω των πολλών ιστορικών προσώπων ένα ευρετήριο ονομάτων θα ήταν πολύ χρήσιμο.


Δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 8-8-2005

Labels: ,

Monday, July 10, 2006

Εννιά κοφτές ανάσες (κριτική Εγκλήματα)

Συλλογικό, Εγκλήματα, εννέα ιταλικές ιστορίες, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σ.345

Πρόκειται για μια συλλογή αστυνομικών διηγημάτων που σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Ιταλία. Από τις πρώτες γραμμές το βιβλίο σε κερδίζει, ειδικά αν ανήκεις στους εραστές της αστυνομικής ίντριγκας, αλλά και της προσεγμένης πλοκής. Με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης δεν μπορείς παρά να παραδεχτείς τους ιταλούς συγγραφείς, μηδενός εξαιρουμένου, για το σεβασμό που έδειξαν στην ανθολογία που συμμετείχαν.
Ξεχώρισα την ιστορία του Τζανκάρλο Ντε Κατάλντο Το παιδί που έκλεψε η καλή μάγισσα. Εκπληκτικά ζυγισμένη, γρήγορη, πρωτότυπη, προσφέρει στον αναγνώστη μια πολύ μεγάλη γκάμα συναισθημάτων απέναντι στους ήρωες, καλούς και κακούς, πλέκοντας τις ζωές τους με μεγάλη μαεστρία. Ακολουθεί ο Σαντρόνε Ντατσιέρι με την Τελευταία ατάκα όπου περιγράφει αριστουργηματικά την ιστορία ενός διδύμου κωμικών από τη δύσκολη αρχή της καριέρας τους μέχρι τον κατήφορό τους.
Ο Νικολό Αμανίτι (γνωστός στην Ελλάδα κυρίως απ’ το Εγώ δε φοβάμαι) σε συνεργασία με τον Αντόνιο Ματσίνι υπογράφει μια μοντέρνα, ξεκαρδιστική αφήγηση γεμάτη οριακές και σουρεαλιστικές καταστάσεις: ένας χειρούργος προκειμένου να ικανοποιήσει τα πάθη του οραματίζεται ένα τρομερά μεγαλεπήβολο σχέδιο, άρρηκτα δεμένο με το, όχι και τόσο σφριγηλό, στήθος της μεγαλύτερης ηθοποιού της χώρας. Ανάλογη σάτιρα της σύγχρονης πραγματικότητας των ΜΜΕ δίνει ο Τζιόρζιο Φαλέτι με το Βασικό καλεσμένο. Φλερτάροντας με το φανταστικό και την επιταχυνόμενη αγωνία διηγείται τι ήταν αυτό που έκανε το πιο διάσημο παρουσιαστή της ιταλικής τηλεόρασης να εξαφανιστεί από προσώπου γης.
Ο ναπολιτάνος Ντιέγκο Ντα Σίλβα προσφέρει μια κλειστοφοβική ιστορία με θέμα την τρομοκρατία και ήρωα έναν νεαρό που προκειμένου να ξεφύγει από την αστυνομία βρίσκει μια ασυνήθιστη κρυψώνα. Ο Μαρτσέλο Φόις ακολουθεί μια από τις κλασικές συνταγές αστυνομικής ιστορίας όπου ένας επίμονος αντιπρόσωπος του νόμου ξεσκεπάζει τον δολοφόνο.
Από την ανθολογία δεν λείπουν οι συγγραφείς - σταθερές αξίες του ιταλικού αστυνομικού. Ο Μάσιμο Καρλότο «παίζει» σε εδάφη που γνωρίζει από πρώτο χέρι: τοποθετεί την πλοκή του διηγήματός του στην περιοχή του Βένετο, εκεί όπου γεννήθηκε κι έζησε, ενώ αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο καλά γνωρίζει τα εσωτερικά της αστυνομίας όπως και τους διάφορους κώδικες του υποκόσμου.
Ο Κάρλο Λουκαρέλι, (θυμίζουμε το φετινό δυνατό μυθιστόρημά του Μέρα με τη μέρα) χτίζει ένα ψυχολογικό προφίλ αξιώσεων μιας ιταλίδας αστυνομικού φανερώνοντας τα «άπλυτα» στα εσωτερικά της αστυνομίας, τραβώντας όμως την ιστορία στα άκρα, είναι αλήθεια.
Ο Αντρέα Καμιλέρι που δε χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις, φαίνεται να διασκεδάζει γράφοντας μια σκληρή Σικελική ιστορία. Μια ανατριχιαστική παρεξήγηση ονομάτων και ρόλων δημιουργεί μια, τόσο απίστευτη όσο και πιθανή, σειρά μοιραίων πράξεων.
Όλα αυτά με φόντο τη σύγχρονη Ιταλία. Από την ηλεκτρονική εποχή στους άγραφους νόμους της μαφίας, από τα εσωτερικά της αστυνομίας στους σημερινούς εγκληματίες. Σκληρή καθημερινότητα, ζόρικη κοινωνία, δύσκολη ζωή. Η απατηλή λάμψη της τηλεόρασης, η πρόσκαιρη δημοσιότητα, το εύκολο κέρδος, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, το ψέμα, η κλεψιά, η εκδίκηση. Ευαίσθητοι ήρωες, σκληροί πρωταγωνιστές, μοιραίες γυναίκες, αθώα θύματα, ένοχες συνειδήσεις, τελειωμένες ψυχές, άνθρωποι πιόνια, δυστυχισμένοι κομπάρσοι.
Σελίδες αξιόλογης αστυνομικής λογοτεχνίας κατά τη γνώμη μου, που δείχνουν ότι οι Ιταλοί είναι πολύ μπροστά στο σύγχρονο νουάρ χωρίς να στηρίζονται απαραίτητα στα διάσημα ονόματα που γνωρίζουμε και στην Ελλάδα. Όπως προείπαμε καμιά προχειρότητα, καμία απροσεξία, μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη κι έχουμε το ιδανικό βιβλίο για τις διακοπές, ειδικά γι’ αυτούς που αγαπούν τα αστυνομικά.

Labels: ,

Tuesday, July 04, 2006

Βιβλία που αξίζει να διαβάσετε Μέρος Β΄

Λογοτεχνία μέρος Β΄. Άγνωστα και λιγότερο άγνωστα βιβλία


Γιόζεφ Μπροντσκι, Υδατογράφημα, Καστανιώτης

Νομπελίστας ρώσος ποιητής. Έφυγε νέος 55; προδομένος από την καρδιά του. Όποιος αγαπά τη Βενετία πρέπει να διαβάσει κι αυτό το βιβλίο που αν και αποτελούμενο από μικρά πεζά κομμάτια ξεχειλίζει από ποίηση. Μαγευτικές εικόνες. Αγαπημένο μου. Κάθε τόσο το ξαναδιαβάζω. κυκλοφορεί κανονικά.


Μαξ Ζακόμπ Συμβουλές σ’ ένα νέο ποιητή, Καστανιώτης

Το έχω διαβάσει πολύ νέος και μου άρεσε πολύ. Δε φτάνει τον αξεπέραστο Ρίλκε αλλά έχει καλές στιγμές. Για νέους δημιουργούς. μάλλον κυκλοφορεί.


Γκ. Γκ. Μαρκές, Ανεμοσκορπίσματα, Λιβάνης

Αγαπημένο μου του Μαρκές μαζί με την Κακιά ώρα, τον Ναυαγό και το ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.
Ο ήρωας, ο γιατρός του Μακόντο, έμεινε χαραγμένος στη μνήμη μου.
Σκληρό αυτό που λέω και ίσως πολύ τολμηρό, αλλά πιστεύω ότι ο Μαρκές έπρεπε να έχει σιγήσει συγγραφικά εδώ και 10 - 15χρόνια. Κυκλοφορεί.


Μπορίς Βιάν Ο αφρός των ημερών, γράμματα

Ο Βιάν είναι ένας κόσμος μόνος του. Έχω διαβάσει ό,τι έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά (μαζί με τα από πάρα πολύ καιρό εξαντλημένα Ο Ψυχοβγάλτης, Χατζηνικολή και Φθινόπωρο στο Πεκίνο, Εξάντας) 20 χρόνια πριν και γράφω ό,τι θυμάμαι.
Εραστής της ζωής, τρομπετίστας με μεγάλη αγάπη προς τον Ντιουκ Έλινγκτον, μηχανικός με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για κάτι που τώρα δε θυμάμαι, αδιόρθωτος ερωτύλος, συγγραφέας προβοκατόρικος με απαγορευμένα βιβλία όπως το Θα φτύσω στους τάφους σας (Νεφέλη) και ωραίες πικάντικες σκηνές στα βιβλία του, φίλος του Σαρτρ, άξιος συνεχιστής των σουρεαλιστών.
Είχε φύσημα στην καρδιά κι οι γιατροί του είχαν πει ή σταματάς την τρομπέτα ή πάς. Πήγε στα 39 του χωρίς ν’ αφήσει την τρομπέτα.
Το συγκεκριμένο είναι μάλλον το καλύτερο του Βιάν, must για μένα για οποιαδήποτε βιβλιοθήκη και ειδικά για τους νέους. Κυκλοφορεί.


Celine Επιλογή από το έργο του, Πρόσπερος

Απαράδεκτο να μην έχει μεταφραστεί ο Σελίν στα Ελληνικά εκτός από λίγα βιβλία του. Το πιο γνωστό Ταξίδι στα βάθη της νύχτας (Εστία) είναι πια εξαντλημένο και άλλα όπως το Mort a credit (Θάνατος επί πιστώσει) είχε αναγγελθεί τέλη δεκαετίας του 80 από τον Εξάντα αλλά ουδέποτε κυκλοφόρησε, μάλλον λόγω δυσκολίας στη μετάφραση. Το έχω διαβάσει στα ιταλικά κι είναι Σελίν 100%. Χολέρα ανακατεμένη με γραφή και λογοτεχνία. Ο γιατρός είναι δυνατός.
Οι εκδόσεις Γνώση είχαν κυκλοφορήσει το Από έναν πύργο ο άλλος το οποίο εμπορικά πρέπει να πήγε άπατο γιατί το έβλεπα στις προσφορές χρόνια ολόκληρα
Επίσης κυκλοφορεί το Μακελειό, γράμματα ένα μικρό βιβλιαράκι για τη φρίκη του πολέμου
Το συγκεκριμένο από τις εκδόσεις Πρόσπερος περιλαμβάνει αποσπάσματα από το ταξίδι στα βάθη της νύχτας, θάνατος με δόσεις (Mort a credit) και Συνέντευξη με τον καθηγητή Υ και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία για το συγγραφέα. σχετικά σπάνιο, μάλλον μόνο παλαιοβιβλιοπωλεία.


Δημήτρης Δεληολάνης PUSHER Το βήμα της αλεπούς, Στοχαστής

Ναι είναι ο γνωστός ανταποκριτής από τη Ρώμη. το βιβλιαράκι (68 σελίδες) δεν είναι κακό, απαραίτητο για όποιον ψάχνει λογοτεχνία που διαδραματίζεται στην Ιταλία.
Πούσερ είναι το βαποράκι, αυτός που σπρώχνει πράγμα, κι η ιστορία έχει νεύρο, σασπένς και κοφτή γλώσσα. ο Δεληολάνης απέδειξε ότι είχε τα φόντα να μπει στη λογοτεχνία. άκουσα ότι όταν είχε κυκλοφορήσει είχε κάνει ντόρο. δεν θα δυσκολευτείτε να το βρείτε σε παλαιοβιβλιοπωλεία και στοκατζίδικα.

Labels: ,

Saturday, July 01, 2006

Βιβλία που αξίζει να διαβάσετε Μέρος Α΄

Αφορμή γι’ αυτό το σημείωμα στάθηκε ένα ποστ του φίλου Librofilo όπου απαριθμούσε βιβλία εκ της βιβλιοθήκης του λίγο πολύ άγνωστα.
Θα τον μιμηθώ γράφοντας μερικούς τίτλους αγαπημένων μου τόμων.

Ξεκινάμε με «καθαρά λογοτεχνικά» και θ’ ακολουθήσουν τα αστυνομικά και τα θρίλερ.

Γιενς Μπέρνεμπου Καρχαρίες (ιστορία ενός ναυαγίου) Μέδουσα 1987

Μυθιστόρημα ασυνήθιστης συγγραφικής δύναμης. Ναυτική περιπέτεια και ταξίδι προς την ανακάλυψη της κακίας που φωλιάζει μέσα στον άνθρωπο.
Νομίζω ότι επανεκδόθηκε και κυκλοφορεί κανονικά.

Γενς Μπιέρνεμπο Η στιγμή της ελευθερίας Άγρωστις 1992

Ημιαυτοβιογραφικό έργο με φοβερές σελίδες μεταξύ άλλων για το αλκοόλ και τη Νάπολη.
Ο Δ. Κούρτοβικ για όσους δεν το γνωρίζουν μετέφρασε και τα δύο βιβλία του σύγχρονου αυτού καταραμένου νορβηγού συγγραφέα κατευθείαν απ’ τα νορβηγικά.
Ωραίες εκδόσεις, πιθανότατα θα το βρείτε στα βιβλιοπωλεία.

Ζαν Μαρί Λε Κλεζιό Ο γηρευτής του χρυσού Χατζηνικολή 1985

Αγαπημένο μου βιβλίο, από τα πρώτα μου. Δεν ξέρω αν θα με ενθουσίαζε σήμερα. Θέλω να το ξαναδιαβάσω. Τα άλλα του, απογοήτευση.
Μάλλον κυκλοφορεί ακόμα κανονικά.

Χουάν Ζοζέ Σαέρ Ο έκθετος Χατζηνικολή, 1985 (μτφ Κλαίτη Σωτηριαδου Μπαράχας από τα ισπανικά)

Αργεντινός συγγραφέας. Τολμηρό, εξωτικό, υπαρξιακό. Στα βάθη της ζούγκλας ένας άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με μια άγρια φυλή και τα πρωτόγονα ανθρώπινα ένστικτα.
Μάλλον είναι εξαντλημένο, δεν το έχω δει να κυκλοφορεί στα παλαιοβιβλιοπωλεία. Η ράχη του είναι ζωγραφισμένη πράσινη, δεν έχει γράμματα δηλαδή.

Αντρέα Ντε Κάρλο Δύο από δύο Νεφέλη

Πέρασε και δεν ακούμπησε εδώ αυτό το έξοχο βιβλίο. Για χρόνια το έβλεπα σε προσφορά και σίγουρα θα το βρείτε εύκολα.
Μεγάλο μυθιστόρημα με λίγο κι από Ελλάδα. Τι μου έχει μείνει αρκετά χρόνια μετά:
Έχετε διαβάσει σε βιβλία αυτό που λέμε θα πάω να ζήσω στην εξοχή σαν ερημίτης, να είμαι αυτόνομος, να καλλιεργώ σαρζαβατικά κτλ; Εγώ συχνά, κι όταν ο συγγραφέας πάει να το περιγράψει είναι για γέλια, καταλαβαίνεις ότι το έγραφε άνετος στη ζεστούλα του σπιτιού του.
Εδώ όμως οι περιγραφές κάποιου που απομονώνεται σ’ ένα αγρόκτημα να περάσει το χειμώνα όπως κι ο κεντρικός ήρωας του Ντε Κάρλο φανερώνουν μεγάλο συγγραφέα.
Τα υπόλοιπα βιβλία του δεν με ενθουσίασαν τόσο όμως είναι τελείως διαφορετικά το ένα από το άλλο.



Μπερνάρντ Μάλαμουντ Ο βοηθός εκδόσεις ΑΣΕ Α.Ε. (Αγροτικές συνεταιριστικές εκδόσεις), Θεσσαλονίκη 1979

Το βρήκα στο Μικρό μοναστηράκι (Γραβιάς), τσάμπα 2 ευρώ, κι υπήρχαν άλλα τέσσερα τουλάχιστον, όμως ένα δυο μήνες μετά δεν υπήρχαν πια. Δύσκολο να βρεθεί. Αν το βρείτε πάρτε το με κλειστά μάτια.
Τα αγαπημένα θέματα του Μάλαμουντ. Η φτώχεια, η μιζέρια, η τσιγκουνιά των εβραίων, η αγάπη για το χρήμα, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, τα απραγματοποίητα όνειρα, ο θάνατος. Βραβευμένο μυθιστόρημα που βάζει τα γυαλιά σε πολλά σύγχρονα. Αξίζει να ξαναεκδοθεί. Το πρότεινα στον Καστανιώτη αλλά από κει και πέρα…

Μπερνάρντ Μάλαμουντ Ενοικιοστάσιο (The tenanats) Βίπερ 481

Η μετάφραση μάλλον δεν είναι άριστη, αλλά το βιβλίο με κέρδισε ολοκληρωτικά. Το πιθανότερο όμως να μην αρέσει σε όλο τον κόσμο γιατί αυτό που πραγματεύεται ο συγγραφέας είναι η μανία, το κόλλημα, η εμμονή ενός συγγραφέα να τελειώσει το βιβλίο του. Βρίσκομαι συχνά (μόνιμα) σ’ αυτή την κατάσταση κι αμέσως δέθηκα με τον ήρωα. Το γράφω και στη μαρκίζα μου. Ή γράφεις ή πεθαίνεις.
Για επίδοξους και όχι συγγραφείς λοιπόν.
Κυκλοφορεί πολύ σύγχρονη (δηλ. μετά 2003) κινηματογραφική μεταφορά σε DVD αρκετά πιστή στο βιβλίο που όμως αν δεν το έχεις διαβάσει δεν μπορείς να μπεις στο πνεύμα του συγγραφέα.
Κι αυτό αξίζει να ξαναβγεί.
Δεν πιστεύω να δυσκολευτείτε να το βρείτε στο μοναστηράκι ή σε οποιοδήποτε παλαιοβιβλιοπωλείο και να το πληρώσετε το πολύ 1 με 2 ευρώ.

Αυτά τα ολίγα... μέχρι στιγμής

Labels: ,

Tuesday, June 27, 2006

Κριτική Γιώργος Βέης

Η γυναίκα της στέπας

Γιώργος Βέης Με τις Μογγόλες, Μαρτυρίες, συνεκδοχές, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2005, σελ. 242

Η στέπα. Απλώς υπάρχει. Τεράστια. Νομίζεις ότι κανένα συναίσθημα δεν μπορεί να επιβιώσει μπροστά στην απεραντοσύνη της.
Έρημος Γκόμπι. Πρωτογενής μορφή γης. Ένας γίγαντας που κοιμάται. Απαλές, λιτές γραμμές, χάος. Όποιος δεν αντίκρισε έρημο στερείται εντυπώσεων για τη λέξη δέος. Αφιλόξενη; Ή απλώς: συνεχώς δική σου;
Στημένη σκηνή στη μέση της ερήμου. Απ’ έξω η αμμοθύελλα που τη δέρνει αλύπητα. Ολόγυρα οι αμμόλοφοι αλλάζουν μορφή, σχήμα, διάσταση. Η γεωγραφία του εδάφους που μεταβάλλεται διαρκώς ενώ εσύ κοιτάς την αμετάβλητη γεωγραφία ενός λευκού γυναικείου αμόλυντου προσώπου.
Είμαστε χαμένοι στην άλλη μεριά του πλανήτη, κάπου στην Ανατολή. Στα χέρια κρατάμε το βιβλίο του Γιώργου Βέη. Αρκεί.
Πίσω στη σκηνή: Κρυφές ματιές ανταλλάσσουν χάδια, σκληρό αλκοόλ κυλά στα στήθη, στη φωτιά ετοιμάζεται κρέας ως η μοναδική τροφή που δίνει δύναμη. Οι γυναίκες της Μογγολίας χαμογελούν και δε μιλούν. Πόσο όμως ν’ αντέξεις σιωπηλός; Έξω σκόνη. Άμμος. Αέρας που φυσάει μ’ ένα πρωτόγνωρο μένος. Καταρρακτώδης βροχή. Οι διαθέσεις του καιρού, αλλάζουν συνεχώς δοκιμάζοντας τις αντοχές των ψυχών. Όμως η στέπα δεν καταβάλει τη γυναίκα της Μογγολίας. Είναι προσαρμοστική και ζει τη στιγμή. Είναι διορατική, εύθυμη και αντιστέκεται καθώς αρκείται στα λίγα χαμογελώντας.
Άραγε όσοι ανήκουν στο λαό της στέπας είναι έξω απ’ όλα, κουκίδες στο τίποτα ή είναι μέσα στον κόσμο, μέσα στη φύση πιο πολύ από κάθε άλλον;
Ο συγγραφέας Γιώργος Βέης είναι ο ταξιδευτής. Περιπλανιέται στην Ανατολή με μόνο του εφόδιο τη διψασμένη ματιά του ποιητή. Ο συγγραφέας των κειμένων, των λέξεων, μας σπρώχνει στη φύση, στο αρχέγονο συναίσθημα του είναι. Να ονειρευτούμε την έρημο, τη στέπα, ξανά από την αρχή. Να ξαναπροσεγγίσουμε την έννοια του τοπίου, της αισθητικής.
Η ψυχή όμως του ταξιδευτή ξεφεύγει μακρύτερα. Ζει πέρα από τα όρια του χρόνου και τόπου, έχοντας μια ολόδική της διάσταση. Αναζητά με θέρμη και αγωνία την αιτία που ερωτευόμαστε ταξιδεύοντας. Ποιος είναι αυτός ο κρυφός μηχανισμός που ενεργοποιείται στα πιο απίθανα μέρη του κόσμου και ανυψώνει μια απλή ματιά, μια καθημερινή κίνηση τόσο ώστε να ριζώνει βαθιά μέσα μας και να μας συνοδεύει μια ζωή;
Αναρωτιέται ο συγγραφέας που ταξιδεύει: Τι είναι πιο εύκολο να μάθουμε, τα μυστικά μιας γυναίκας ή μιας χώρας;
Κι ένα γράμμα που μήνες μετά διασχίζει τον κόσμο φτάνοντας στο δικό μας μακρινό σύμπαν τι λειτουργία μπορεί να έχει; Αφύπνισης; Επιβεβαίωσης; Ονείρου; Ή απλής μελαγχολικής θύμησης μιας κοπέλας που την έλεγαν Ογιούν;
Τρίτο βιβλίο του Γιώργου Βέη για τα βάθη της ανατολής μετά από τα «Ασία, Ασία» και «Στην απαγορευμένη πόλη». Εδώ υπάρχει μια σειρά από κείμενα για το λαό της Μογγολίας. Οι γυναίκες της χώρας κλέβουν τον τίτλο και μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του συγγραφέα. Από το Ουλάν Μπατόρ και το Πεκίνο στις μοναδικές ατελείωτες εκτάσεις της στέπας όπου ζει ένας περήφανος λαός τόσο μυστηριώδης όσο και ανεξερεύνητος στη Δύση.
Ο συγγραφέας σεβάστηκε την ηρεμία της ερήμου, μιμήθηκε τη σοφία των απλών κοριτσιών της Μογγολίας δίνοντας ένα κείμενο που υπαγορεύεται σε κάθε του μορφή από τη λαχτάρα της ποίησης: άλλοτε πατώντας σταθερά στη γη υπακούοντας σε άτεγκτους κανόνες κι άλλοτε πετώντας ψηλά, ελεύθερα, όπως ένα μοναχικό γεράκι στην ατέλειωτη στέπα.

Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή, 14-8-2005

Labels: ,

Friday, June 09, 2006

Κριτική Μπουκόφσκι

Τσαρλς Μπουκόφσκι Η λάμψη της αστραπής πίσω απ’ το βουνό, ποιήματα, εκδόσεις Ηλέκτρα
Τσαρλς Μπουκόφσκι Βρώμικος κόσμος, διηγήματα, εκδόσεις Απόπειρα


Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι δεν ήταν ένας γερογκρινιάρης που έγραφε για γκόμενες, πηδήματα και μεθύσια. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Για να το καταλάβουν οι λιγότερο εύπιστοι αρκεί να σκεφτούν πόσοι προσπάθησαν να τον μιμηθούν ή έγραψαν γύρω από τα ίδια θέματα, και πόσοι από αυτούς έμειναν στην ιστορία της λογοτεχνίας. Κανένας ή ελάχιστοι.
Ο Μπουκόφσκι για τους γνώστες και τους θαυμαστές του είναι πρώτ’ απ’ όλα ποιητής (όπως θεωρούσε κι ο ίδιος τον εαυτό του) με την ίδια βαρύτητα της λέξης και με την ίδια αξία στην ψυχή, όπως ο Έντγκαρ Άλαν Πόε.
Η παρουσία του στην ελληνική εκδοτική αγορά εμπλουτίστηκε πρόσφατα με το βιβλίο Η λάμψη της αστραπής πίσω απ’ το βουνό από τις εκδόσεις Ηλέκτρα που περιλαμβάνει ανέκδοτα ποιήματα που ο δημιουργός θέλησε να δημοσιευτούν μετά το θάνατό του, ενώ τα περισσότερα πεζά του κυκλοφορούν εδώ και χρόνια κυρίως από τις εκδόσεις Απόπειρα. Το 2005 κυκλοφόρησε μια ανατύπωση του Βρώμικου κόσμου, απ’ τις πιο αντιπροσωπευτικές συλλογές διηγημάτων του Χανκ. (Ένα όνομα που αρεσκόταν να δίνει στους ήρωές του, «ζωγραφίζοντας» τον εαυτό του).
Ο αμερικανός με γερμανοπολωνικές ρίζες που μεγάλωσε στο Λος Άντζελες δεν γράφει σκληρά, απλώς δεν χαρίζεται πουθενά και σε κανέναν. Αγαπώντας τη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων πετάει τον κόσμο, τη ζωή, την καθημερινότητα στο χαρτί χωρίς φτιασιδώματα και ευπρέπειες. Κάθε ποίημα είναι και μια κραυγή, κάθε ιστορία κι ένα περιστατικό της ζωής που μπορεί να αναπηδάει απ’ το σαρκασμό στο σεξ, από τη μέθη και τις παραισθήσεις στην αδυσώπητη μοίρα που σφίγγει κάθε δευτερόλεπτο κι έναν από τους διπλανούς του, έναν από μας.

Δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος του μηνιαίου περιοδικού Think Positive που μοιράζεται δωρεάν.

Labels: ,