Thursday, November 14, 2013

Η εκπλήρωση ενός ονείρου


Πριν λίγες μέρες εκδόθηκε το 11ο κατά σειρά βιβλίο μου, το 4ο βιβλίο της παιδικής σειράς μου: Κρις Πινόκιο και Νοεμί Αστράκη, Τα Παιδιά του Χρόνου, με τίτλο: Η Χώρα της Βροχής.

Με αυτό το βιβλίο ολοκληρώθηκε η αγαπημένη σειρά μου, τουλάχιστον για το κοντινό μέλλον. Και μαζί ολοκληρώθηκε ένα μεγάλο μου όνειρο που ξεκίνησε το 2007, όταν η κόρη μου πλησίαζε τα 6,5 της χρόνια, ο γιος μου ήταν ούτε 2, κι εγώ ανάμεσα στα διάφορα παραμύθια που τους διάβαζα αποφάσισα να τους χαρίσω τους δικούς τους ήρωες.

Κάπως έτσι γεννήθηκαν ο Κρις, η Νοεμί κι ο Άλμπερτ, τα Παιδιά του Χρόνου, κολλητοί φίλοι μου πια.

Ήξερα από την πρώτη στιγμή πως αυτή δε θα ήταν μια μικρή σειρά, στο μυαλό μου υπολόγιζα ότι θα αποτελείται από 5 ή 7 βιβλία των 200 σελίδων. Δεν έπεσα έξω στον αριθμό των σελίδων.

Οι πρώτες σημειώσεις των Παιδιών του Χρόνου άρχισαν να γράφονται το 2007, αλλά η κύρια γραφή έγινε το 2009 –πριν κι αμέσως μετά τη συγγραφή του Κοπέλα που σε λένε Φίνι- και το πρώτο βιβλίο ήταν έτοιμο το Φεβρουάριο του 2010. Και από εκεί ξεκίνησε η αναζήτηση εκδότη…

Μικρή παρένθεση:

Θυμάμαι σε μια συζήτηση ένα φίλο μου συγγραφέα όταν του μίλησα για το πλάνο 5 βιβλίων να μου λέει: «μα θα εγκαταλείψεις έτσι τα βιβλία σου, αυτά που απευθύνονται στους ενήλικους». Πολλοί αναγνώστε είπαν το ίδιο. Μας παραμέλησες. Ίσως έχουν δίκιο, αν και, χρονικά, ανάμεσα στα παιδικά μου βιβλία εξεδόθη το Κράτα μου το χέρι, ένα βιβλίο που αγαπώ πάρα πολύ…

Έχω πει αρκετές φορές στις συνεντεύξεις μου, ότι δε γράφω με πρόγραμμα ούτε έχω ένα πρόγραμμα καριέρας. Κανείς δε με συμβουλεύει πότε θα γράψω αστυνομικό μυθιστόρημα ή υπαρξιακό. Αστειεύομαι λέγοντας: γράφω ό,τι βγάλει το εργοστάσιο. Κι αυτή είναι η αλήθεια. Γράφω ό,τι μου υπαγορεύει ο εαυτός μου.

Απ’ την άλλη αγαπάω και τους αναγνώστες μου και τους σέβομαι. Αυτό θέλω να το ξαναπώ: αγαπώ τους αναγνώστες μου και τους σέβομαι. Πόσω μάλλον όταν οι αυτοί είναι παιδιά. Η εκδοτική περιπέτεια των Παιδιών του Χρόνου θα τελείωνε με οποιοδήποτε τρόπο.

Κανένα παιδί δε θα μεγάλωνε χωρίς να μάθει τι έγινε στο τέλος της περιπέτειας των Παιδιών του Χρόνου.

Η σειρά θα ολοκληρωνόταν ακόμα κι αν μόνο ένα παιδί ζητούσε να μάθει τη συνέχεια.

Και στην πορεία ανακάλυψα ότι δεν ήταν μόνο ένα.

Ξαναγυρίζουμε στην αναζήτηση εκδότη:

Είναι αλήθεια ότι τα Παιδιά του Χρόνου έπεσαν μέσα στην οικονομική κρίση. Λίγοι γνωρίζουν ότι είχαν εγκριθεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, αλλά το αιφνιδιαστικό κλείσιμό τους ματαίωσε τα πάντα. Ευχαριστώ τον κ. Γιάννη Καραχάλιο για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε τότε.

Έτσι το πρώτο βιβλίο κατέληξε στις εκδόσεις Ψυχογιός. Εκεί βγήκαν οι δύο πρώτοι τόμοι. Ευχαριστώ κι εκεί όσους με πίστεψαν κι όσους με βοήθησαν στην έκδοση και στην προώθηση του έργου, από τα πρώτα στάδια της παραγωγής μέχρι τις παρουσιάσεις στα σχολεία και στα βιβλιοπωλεία. Δυστυχώς αργότερα μια ασυμφωνία στο θέμα των τόμων έφερε τη διακοπή της συνεργασίας μας.

Και τα Παιδιά του Χρόνου βρήκαν άλλη στέγη για τα υπόλοιπα 2 βιβλία, τις εκδόσεις Κουκουνάρι. Πριν γίνει αυτό όμως χρειάστηκε να συναντήσω κι άλλους εκδότες, όμως ανάμεσά τους δε βρήκα κανέναν που να συμμερίζεται το καθήκον του συγγραφέα, ή έστω το δικό μου πιστεύω: αγαπώ τους αναγνώστες μου και τους σέβομαι.

Οι εκδόσεις Κουκουνάρι και η Μαρούσκα Τριαντάρη το πίστεψε και το υιοθέτησε. Και υιοθέτησε τα Παιδιά του Χρόνου. Και τους έδωσε στέγη, υλική υπόσταση. Τα βιβλία 3 και 4 έγιναν δυο σούπερ βιβλία. Με σούπερ εξώφυλλα, με επαγγελματικά σχεδιαγράμματα, με τυπογραφικά κολπάκια, με χίλιες δυο λεπτομέρειες… Δεν έχω λόγια να ευχαριστήσω αυτό τον άνθρωπο, αυτή τη Φίλη που κράτησε το δικό μου όνειρο ζωντανό.

Σήμερα ένας μικρός αναγνώστης μπορεί να αγοράσει το πρώτο βιβλίο κι αν η ιστορία τον τραβήξει μπορεί να διαβάσει μέσα σε λίγες μέρες όλη την περιπέτεια των Παιδιών του Χρόνου, και τους 4 τόμους.

Σήμερα κανένα Παιδί του Χρόνου δε θα μείνει με το ερώτημα «τι έγινε μετά;»

 

Και τώρα κοιτώντας πίσω βλέπω ότι Τα Παιδιά του Χρόνου είναι 1.200 σελίδες βιβλίου, 4 τόμοι, 123 κεφάλαια, εικόνες, οδηγίες, σχέδια, αμέτρητοι ήρωες, αμέτρητα ονόματα, πολλά αυτοκίνητα, δύο μεγάλα ντοσιέ με σχεδόν 1.000 σελίδες χειρόγραφα κι άπειρες ώρες δουλειάς. Παρουσιάσεις σε σχολεία, σε βιβλιοπωλεία, και κυρίως ατέλειωτες ώρες συγγραφής… ένα μόνο όνειρο:

Η ολοκλήρωση της σειράς.

Σήμερα όλη η κούραση, οι δυσκολίες, η αναμονή, σβήνονται.

Και μένει η ικανοποίηση. Το όνειρο. Ζωντανό για πάντα.

 

Σας περιμένω το Σάββατο 23 Νοεμβρίου στις 15.00 το μεσημέρι στον Ιανό, Σταδίου 24, στο ισόγειο, στο χώρο του βιβλιοπωλείου, στην παρουσίαση του 4ου βιβλίου των Παιδιών του Χρόνου.

Κι αν δεν είμαι εγώ, θα ’ναι ο Τζίμι Ρέιν.

 

 


Labels: , ,

Monday, May 20, 2013

Η 1η παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου "Ο μοναδικός Άλμπερτ"

Το Σάββατο 25 Μαίου 2013 στις 12.00 το μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο The Book Loft (Πατριάρχου Ιωακείμ 44. Κολωνάκι) θα γίνει η πρώτη παρουσίαση του καινούργιου μου βιβλίου, του 3ου της σειράς Κρις Πινόκιο & Νοεμί Αστράκη, Τα Παιδιά του Χρόνου που έχει τίτλο "Ο μοναδικός Άλμπερτ" και κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τον εκδοτικό οίκο Κουκουνάρι. 

Ο Τζίμι Ρέιν, διάσημος συγγραφέας κι εξερευνητής, εξαφανισμένος εδώ και χρόνια θα προσπαθήσει να εμφανιστεί, αν τον αφήσει ο απατεώνας που τον κρατάει αιχμάλωτο στη Χώρα της Βροχής!


Η δημοσιογράφος Νατάσσα Βησσαρίωνος θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο, θα μιλήσει για την καινούργια περιπέτεια των Παιδιών του Χρόνου, ενώ ο ηθοποιός Αυγουστίνος Ρεμούνδος θα πρωταγωνιστήσει στον πιο απαιτητικό ρόλο της καριέρας του!

Ο Τζίμι Ρέιν θα απαντήσει σε ερωτήσεις, ίσως φάει μια καυτερή πίτσα, πάντως θα υπογράψει τα βιβλία, θα βάλει πολλές σφραγίδες και θα μοιράσει από ένα αναμνηστικό συλλεκτικό δώρο σε όλους όσοι παρευρεθούν!

Αν θέλεις να γίνεις ένα Παιδί του Χρόνου έλα κι εσύ!

Βρείτε μας στο Facebook:
Τα Παιδιά του Χρόνου
Koukounari
Jimmy Rain



Labels: , ,

Thursday, December 27, 2012

Το "Κοπέλα που σε λένε Φίνι" στην Τουρκία

Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά μου "Κοπέλα που σε λένε Φίνι" στην Τουρκία (από τον εκδοτικό οίκο Altin Bilek Yayinlari) μεταφρασμένο από τη Sebnem Arslan Hristakopoulos. Η Φίνι, όπως έμεινε να αποκαλούμε αυτό το βιβλίο, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2009 από τις εκδόσεις Λιβάνη. Για πολλούς αναγνώστες μου θεωρείται το καλύτερο βιβλίο μου. Ένα είναι το σίγουρο: ότι η Φίνι, σαν βιβλίο, αλλά κυρίως σαν ηρωίδα, απέκτησε φανατικό κοινό.
Είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα που μεταφράζεται σε ξένη γλώσσα (έχει προηγηθεί μόνο το διήγημά μου "Το τέταρτο άτομο" στη συλλογή "Ελληνικά Εγκλήματα" που μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα ιταλικά από τον οίκο Crocetti) και φυσικά χαίρομαι γι' αυτό.
Δυστυχώς το ευχάριστο γεγονός συνέπεσε με την εξάντληση των ελληνικών βιβλίων από τον οίκο Λιβάνη. Δε γνωρίζω αν ο εκδότης θα προβεί σε ανατύπωση.
Για τη Φίνι δεν έγραψε μεγάλο μέρος της κριτικής. Αντιθέτως μερικοί μπλόγκερ ήταν ιδιαίτερα ενθουσιώδεις όσο και οξυδερκείς στη ματιά τους.
Παραθέτω μερικούς ηλεκτρονικούς συνδέσμους όπου μπορείτε να διαβάσετε για το βιβλίο. (Ο σύνδεσμος στον τίτλο του βιβλίου οδηγεί στη σελίδα του βιβλίου στη Vivlionet όπου παρατείθονται οι περισσότερες κριτικές του Τύπου).

Η Aura Voluptas
Ο librofilo
Η λέσχη ανάγνωσης Degas
O Lakis Fourouklas
H Athena
O Πατριάρχης Φώτιος

Θέλω όμως γι' άλλη μια φορά να ευχαριστήσω όσους πίστεψαν σ' αυτό το βιβλίο. Η επιτυχία της έκδοσης σε μια ξένη χώρα είναι και δική τους.

Και κάτι για το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης: ο πίνακας του Μοντιλιάνι είναι αποκλειστικά δικής μου επιλογής και επιθυμίας, τις οποίες ο εκδοτικός οίκος σεβάστηκε απολύτως. Το βλέμμα του νεαρού κοριτσιού του πίνακα είναι αρκετά κοντά στο βλέμμα της Φίνι, ειδικά προς το τέλος του βιβλίου.



Labels: ,

Tuesday, November 27, 2012

"Κράτα μου το χέρι": μια κριτική και μια παρουσίαση

Το "Κράτα μου το χέρι" θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου στο Φλοράλ (πλ. Εξαρχείων) στις 20.00. Θα μιλήσει ο συγγραφέας Νίκος Καρακάσης, ενώ η Χίλντα Παπαδημητρίου θα αναπαραστήσει την ατμόσφαιρα του βιβλίου με τις μουσικές επιλογές της.

Μια κριτική του βιβλίου (την οποία θεωρώ πολύτιμη) δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.diastixo.gr από την κ. Ανθούλα Δανιήλ. Την ευχαριστώ θερμά.


ΚΡΑΤΑ ΜΟΥ ΤΟ ΧΕΡΙ
Με τον ενδιαφέροντα τίτλο Κράτα μου το χέρι βγαίνει στο λαβύρινθο της βιβλιαγοράς το νέο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα, εραστή της noir λογοτεχνίας. Κατά ευτυχή συγκυρία, ο τίτλος εύκολα μας μεταφέρει στο Χόλιγουντ του 1953, όταν ο Τόνι Μπένετ τραγουδούσε το πολύ ωραίο τραγούδι


Take my hand, I am a stranger in Paradise,

all lost in a wonderland... That's a danger in Paradise.

Η διαφορά ανάμεσα στον κόσμο του τραγουδιού και στο μυθιστόρημα είναι ένας παράδεισος και μια κόλαση, χαοτική και ανάλογη. Το Χόλιγουντ βαριά βιομηχανία δημιουργίας παραδείσου, αλλά και κόλασης. Ο Μαμαλούκας πιστεύω πως αντλεί από το δεύτερο σκέλος. Ο κόσμος του συγκεκριμένου βιβλίου, όπως και ο κόσμος στο έργο του Κοπέλα που σε λένε Φίνι, είναι η κόλαση, αγαπημένο θέμα του. Αν θυμηθούμε και τη σαδιστική απόλαυση με την οποία παρακολουθήσαμε τις περιπέτειες της ηρωίδας, δεν θα εκπλαγούμε καθόλου με ό,τι συμβαίνει κι εδώ. Αντιθέτως, το αναμένουμε.

Θα έπρεπε ίσως να ενημερώσουμε τον αναγνώστη, προς αποφυγήν πάσης παρεξηγήσεως, όπως συνηθιζόταν παλιά, πως πάσα ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις της πραγματικότητας είναι εντελώς τυχαία. Άλλωστε, και τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι εξωπραγματικά, δημιουργήματα μιας φαντασίας που απολαμβάνει νοσηρά τη φρίκη. Ο κόσμος σαν ένας λαβύρινθος, αλά Μαμαλούκα, ως βούληση και ως παράσταση, αλά Σοπενάουερ, ο τρόμος ως απόλαυση, αλά αναγνώστη.

Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τον όρο «λαβύρινθος». Όλη η κατάσταση είναι λαβυρινθώδης. Και οι λαβύρινθοι στους οποίους συνειρμικά, εκόντες άκοντες, μας οδηγεί το έργο είναι πολλοί, αρχής γενομένης από τον αρχαίο με τον Μινώταυρο, στον άλλο στην Αριάγνη του Στρατή Τσίρκα, στις απέραντες βιβλιοθήκες του Χόρχε Λούις Μπόρχες, στο «Οικοδόμημα», στο Όνομα του ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, στον άλλο στη Δίκη του Κάφκα, όπου περιπλανήθηκε ο πολίτης Κ., στους ανάλογους στον Αιώνα των λαβυρίνθων της Ρέας Γαλανάκη, στο Σφαιριστήριον λαβυρίνθου του Αντώνη Σανουδάκη, και τόσους άλλους. Όλοι οι λογοτέχνες με λόγο, ύφος, γνώση της ιστορίας και λογοτεχνική χάρη, με αλληγορία πάντα, μας βάζουν και μας βγάζουν στους λαβυρίνθους τους, στο μύθο και στην ιστορία, χωρίς να χάνουν τον μίτο.

Στο λαβύρινθο του Μαμαλούκα, τον μίτο και το ρόλο της Αριάδνης φαίνεται πως αναλαμβάνει ο εχθρικός, αντιπαθητικός, επιθετικός, αυταρχικός και ύποπτος θυρωρός, ο οποίος θα μπορούσε να παραβληθεί και με τον Χάροντα. Είναι λαβύρινθος «αναμνήσεων και εφιαλτών», πώς αλλιώς άλλωστε. Όλα, συνεπώς, σκούρα και άχαρα. Οι καιρικές συνθήκες, κακοκαιρία, αέρας, κρύο, χιόνι. Η πόλη, μουντή, «χαλασμένα παράθυρα», «πεθαμένα χρώματα», «γερασμένα κτίρια». Το μπαρ, η πολυκατοικία, το νοσοκομείο, όλα είναι γκρίζα, απάνθρωπα, αφιλόξενα και ανατριχιαστικά. Ο ήρωας και όλοι εκείνοι με τους οποίους θα έρθει σε επαφή μοιάζουν με φιγούρες που το έσκασαν από ένα σκοτεινό υπόγειο, πρόσωπα εχθρικά, ύποπτα, περίεργα, ασαφή, χωρίς όνομα και χαρακτηριστικά. Ο ήρωας μάλιστα, λόγω ιδιαζουσών συνθηκών, μένει μέσα την ημέρα και βγαίνει έξω τη νύχτα, η οποία «αφαιρεί τα χρώματα» από τα πράγματα, σαν να πηγαίνει να βρει το διάολό του, προσπαθώντας να φύγει μακριά από κάτι «που τον κυνηγούσε». Η διάθεση κακή, αγχωτική.

Συγκεκριμένα, στα έγκατα μιας πολυκατοικίας και πίσω από έναν κινηματογράφο, με τον εκκωφαντικό του θόρυβο και όλα της ψυχικής αποσταθεροποίησης τα σχετικά, το διαμέρισμα, που νοικιάζει για να γράψει το βιβλίο του, μια παγώνει και μια ζεματάει, σαν κόλαση αληθινή. Η είσοδος σκοτεινή, αθέατη σχεδόν, παράπλευρη και βρόμικη, μοιάζει με κάθοδο στον Άδη. Αλλά και όλοι οι άλλοι χώροι σαν μικρογραφίες κόλασης περιγράφονται. Σκοτεινοί κι αδιέξοδοι διάδρομοι, καμένες λάμπες ή που φωτίζουν ελάχιστα, αόρατοι παρακολουθητές, άνθρωποι σαν σκιές, ύποπτος θυρωρός, σαν τον κουφό τον Χάρο. Κάπου μια ταβέρνα φαντάζει ανθρωπινή, σαν δείγμα «παραδείσου», ο σκύλος όμως που ορμάει και του σκίζει το παντελόνι, σαν Κέρβερος τον εκδιώκει.

«Λιμάρικα σκυλιά του κουρελιάζουν τα μπατζάκια και τον γυμνώνουν», λέει ο Γιώργος Σεφέρης («Μέρες τ’ Απρίλη ’43»).

Έχουμε, άραγε, έναν Ορφέα ή έναν Οδυσσέα στον Άδη; Ο ήρωας επανέρχεται υπαινικτικά σε μια παλιά ζωή, σαν να έχει πεθάνει και βρίσκεται στον άλλο κόσμο, όπου θα ολοκληρώσει το βιβλίο του. Αλληγορία; Ο δημιουργός πρέπει να κατεβεί στην κόλαση για να γράψει;

Γλώσσα απλή, φράση κοφτή, απόλυτα σαφής αλλά κατάλληλα διατυπωμένη για να καλλιεργεί την ασάφεια και να ενσπείρει το φόβο και τον τρόμο, που είναι αόρατος, αν και πανταχού παρών. Λεπτομερής η περιγραφή των προσώπων, χωρίς να αποδίδονται αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, επαναλαμβάνω, αλλά και των κινήσεων, ζουμ σε όλα, σαν τον ντετέκτιβ που δεν αφήνει καμιά λεπτομέρεια αναξιοποίητη, για να προκαλέσει τον τρόμο. Μάλιστα, θα λέγαμε πως τα πλάνα είναι στημένα σαν επεισόδια παλιάς αστυνομικής ταινίας: το μπαρ και ο μπάρμαν, ο μυστηριώδης θυρωρός, ο ήρωας και το μυστικό του, η κοπέλα στο δρόμο σαν πεθαμένη και το μισό τσιγάρο της που «ήταν χωμένο ανάμεσα στα χείλη». Αυτή η κοπέλα, για κάποιον λόγο, μου θυμίζει την ηρωίδα στην ταινία Ο θυρωρός της νύχτας (σκην. Λιλιάνα Καβάνι, 1974), στην τελευταία σκηνή. Οι περιγραφές λοιπόν θυμίζουν παλιό καλό, noir κινηματογράφο, ενώ οι διαφημίσεις, επανερχόμενες (με πλάγια γράμματα), φαίνεται πως υποστηρίζουν τον «χαρούμενο»: Ζήσε τώρα, Κράτα μου το χέρι, Σφίξε μου το χέρι, Όλα προχωράνε, όλα συνεχίζουν, αλλά και το ανάποδο: Οι αρρώστιες δε φεύγουν, δε φεύγουν ποτέ. Είναι εκεί, επιμένουν. Οι αρρώστιες έχουν υπομονή κι επιμονή. Επιμένουν και στο τέλος νικάνε. Πώς λειτουργούν οι φράσεις αυτές στον ψεύτικο κόσμο της διαφήμισης; Σαν νησίδες διάσωσης; Προειδοποίησης; Μας προτείνουν τη ζωή; Και γιατί ο συγγραφέας φέρνει στο φως τους αυτόχειρες λογοτέχνες, Σεργκέι Γεσένιν, Πρίμο Λέβι, Τσέζαρε Παβέζε, που δεν βρήκαν τον μίτο για να βγουν από τα αδιέξοδά τους; Την ανατρέπει; Τι, εντέλει, θέλει να πει ο Μαμαλούκας με την αλληγορία του; Πως ο κόσμος μας δεν έχει ελπίδα; Πως το παρελθόν δεν επιτρέπει να ελπίζουμε στο μέλλον; Πως οι δυνάμεις του κακού είναι μεγαλύτερες και κυρίαρχες; Πως οι άνθρωποι-θύματα εθισμένοι στη συμφορά τους αγωνίζονται για να την διατηρήσουν; Ότι το αφύσικο και το ψεύτικο κατακλύζουν εκκωφαντικά τη ζωή μας, όπως ο θόρυβος του κινηματογράφου και τα ωραία μηνύματα των διαφημίσεων;

Για τους εραστές των θρίλερ το βιβλίο είναι απόλαυση και, επειδή περί ορέξεως ουδείς λόγος, εδώ «λαμπρά ταιριάζουν όλα» που λέει και ο Καβάφης («Εν Δήμω της Μικράς Ασίας»), καθώς και η προτροπή του Οδυσσέα Ελύτη:

«Φοβηθείτε αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου» (Μαρία Νεφέλη, «Λόγος περί κάλλους»).

Labels: , , ,

Monday, November 12, 2012

Παρουσίαση του "Κράτα μου το χέρι"

Την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου στις 20.30 θα βρίσκομαι στο πολύ όμορφο και φιλόξενο βιβλιοπωλείο "Βιβλιοθήκη", στο Νέο Βουτζά όπου θα παρουσιαστεί το τελευταίο βιβλίο μου. Θα μιλήσει η εκλεκτή φίλη συγγραφέας Αναστασία Καλλιοντζή κι εγώ.
Όσοι φίλοι μένετε κοντά ή έχετε διάθεση για βόλτα μη διστάσετε, το βιβλιοπωλείο διαθέτει μεγάλο κοινό βιβλιόφιλων, ανθρώπων που πραγματικά αγαπούν το βιβλίο, και στο τέλος των παρουσίασεων ακολουθούν απολαυστικές συζητήσεις όπως έγινε σε μια βραδιά αφιερωμένη στο αστυνομικό μυθιστόρημα στην οποία παρευρέθηκα μαζί με τη Νίνα Κουλετάκη και τον Σέργιο Γκάκα.

Labels: , , ,

Sunday, September 16, 2012

"Κράτα μου το χέρι": Το καινούργιο μου μυθιστόρημα

Το καινούργιο βιβλίο μου θα κυκλοφορήσει την Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός (στη σειρά Ψ). Είναι το έβδομο μυθιστόρημά μου ενηλίκων κι έρχεται σχεδόν 3 χρόνια μετά το "Κοπέλα που σε λένε Φίνι".
Η πρώτη και επίσημη παρουσίασή του θα γίνει την Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012 και ώρα 19.00 στον Ιανό της οδού Σταδίου.
(θα αναρτηθεί και νέο ποστ).

Οπισθόφυλλο (και δελτίο τύπου)

Ένας άνθρωπος φτάνει μια νύχτα σε μια άγνωστη πόλη. Έχει αφήσει πίσω την προηγούμενη ζωή του θέλοντας να ξεφύγει από την κατάρα που τον συνοδεύει. Τώρα έχει μοναδικό σκοπό του τη συγγραφή του βιβλίου του.




Τα λεφτά που διαθέτει του επιτρέπουν να νοικιάσει μόνο ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο πίσω μέρος μιας ψηλής πολυκατοικίας στην πρόσοψη της οποίας υπάρχει ένα μεγάλο σινεμά. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τα ηχεία του σινεμά όμως τον υποχρεώνει να περνάει τις ώρες των προβολών έξω από το σπίτι του.



Εκείνες τις απογευματινές, και κυρίως τις βραδινές, ώρες θα περιπλανηθεί στην πόλη, απόλυτα προσηλωμένος στο σκοπό του, ώσπου η μοίρα θα στείλει στο δρόμο του μια πολύ νεαρή κοπέλα που ζει στη σκιά κάποιων σκοτεινών και απεχθών ανθρώπων. Η συνάντηση αυτή θα είναι η καταστροφή ή η σωτηρία του…



Ένα αλληγορικό και συμβολικό μυθιστόρημα, ένα μοντέρνο παραμύθι για την ύπαρξη, τη μοναξιά, το τέλος και την αιώνια μάχη του Καλού και του Κακού.



Labels: ,

Tuesday, June 19, 2012

Ραντεβού τον Σεπτέμβριο

Το μπλογκ αυτό κλείνει για το καλοκαίρι. Ευχαριστώ όποιον με παρακολουθεί, ζητώ συγγνώμη που έγραφα τόσο λίγο τον τελευταίο καιρό, αλλά ήμουν πολύ απασχολημένος με τη συγγραφή των βιβλίων μου.




Σας εύχομαι καλό καλοκαίρι, ραντεβού τον Σεπτέμβριο.

Ντεμέτριο

Labels: , ,

Tuesday, March 20, 2012

Συνέντευξη στην εφημερίδα La Stampa

Δημοσιεύτηκε σήμερα (20-03-2012) μια συνένετευξή μου στην ιταλική εφημερίδα La Stampa. Αναφέρομαι στην κρίση και κατά πόσο επηρέασε το εκδοτικό και συγγραφικό περιβάλλον, αλλά και για το κάψιμο του σινεμά Αττικόν, τις κλοπές στο Αρχαιολογικό μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας και την Εθνική Πινακοθήκη όσο και για το αστυνομικό μυθιστόρημα...











Labels: ,

Wednesday, January 11, 2012

Παρουσίαση στην Επίδαυρο

Με τη συγγραφέα και εγκληματική περσόνα στην Επίδαυρο αυτό το Σάββατο!

Labels: ,

Tuesday, December 08, 2009

Κοπέλα που σε λένε Φίνι


Είναι το καινούργιο μου βιβλίο που κυκλοφορεί...
Κοπέλα που σε λένε Φίνι
(μυθιστόρημα)
Εκδόσεις Λιβάνη
Χιλιάδες ψυχές ζουν κι εργάζονται κάτω απ’ τις χειρότερες συνθήκες σ’ ένα γιγαντιαίο εργοστάσιο στην άκρη μιας άγνωστης χώρας. Η Φίνι είναι μία απ’ αυτές. Είναι μια κοπέλα που αγωνίζεται κάθε μέρα για να επιβιώσει και ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή, μια διαφυγή προς την ελευθερία.
Μα η απόδραση είναι σχεδόν αδύνατη απ’ αυτό το μέρος. Το εργοστάσιο είναι κυκλωμένο από τη γκρίζα γη, μια αχανή άνυδρη έκταση που κάθε βράδυ στοιχειώνεται από αλλόκοτα τέρατα - δαίμονες. Ένας μύθος όμως που κυκλοφορεί ανάμεσα στους έγκλειστους εργάτες μιλάει για κάποιο γέρο που χρόνια πριν κατάφερε να τη διασχίσει και να φτάσει στο τελευταίο σύνορο, ένα μεγάλο και ορμητικό ποτάμι, πριν την εκεί χώρα, τη χώρα της ελευθερίας.
Όταν η Φίνι γνωρίζει τον Γκον, έναν όμορφο νεαρό νοσοκόμο, δεν μπορεί να φανταστεί ότι αυτή η γνωριμία θα είναι η απαρχή μιας μεγάλης περιπέτειας, ενός αγώνα ζωής και θανάτου και μιας εξαντλητικής πορείας στα βάθη της ανθρώπινης αντοχής και πίστης.
Δείτε κι εδώ
Η Φίνι στην τούρκικη γλώσσα:
Adın Fini Küçük Kız
Bilinmedik bir ülkenin köşesindeki devasa bir fabrikada binlerce insan sefalet içinde ve kötü koşullar altında yaşayıp çalışıyorlar. Küçük kız Fini de onlardan biri. Hergün hayatta kalma savaş verirken daha iyi bir yaşamın hayalini kurup, özgürlük için bir kaçış yolu arar Fini. Ancak böylesi bir yerden kaçış neredeyse imkansızdır. Fabrikanın çevresi her gece garip canavarlar ve şeytanların dolaştığı engin, çorak topraklarla çevrilidir. Yine de tutsak işçiler arasında yıllar öncesi bu çorak toprakları geçerek, özgürlük ülkesinden hemen önceki büyük ve coşkun sularıyla en son sınır olan nehire varmayı başarmış yaşlı bir adamın efsanesi dolaşmaktadır. Fini, genç ve yakışıklı hastabakıcı Gon'la tanıştığında bu karşılaşmanın, insanın dayanma gücüyle inancının derinliklerine doğru yapılan yolculuğun yıpratıcı sürecinde verilen hayatta kalma savaşından ibaret olan büyük bir maceranın başlangıcı olacağını bilmiyordu....

Labels: ,

Sunday, March 01, 2009


Κουράστηκα σήμερα, είπες…
Κι εγώ σου είπα: προχώρα, μη σταματάς, άλλο λίγο και φτάσαμε. Με τσακίζει αυτή η απόσταση, συνέχισες. Κι εγώ βάδιζα δίπλα στη σκόνη πάνω στο πλατύ, έρημο και ατελείωτο πεζοδρόμιο. Σαν να σταμάτησε η ζωή μου εδώ. Αυτό σκέφτηκα ξαφνικά εκείνο το μεσημέρι. Σαν να σταμάτησε η ζωή μου. Πόσο περίεργα έμοιαζαν όλα. Εσύ μιλούσες μα δε σε άκουγα πια. Προχωρούσαμε δίπλα δίπλα θαρρείς σ’ έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλην ζωή. Κι αν το σκεφτείς καλά, αυτό ήταν… μιαν άλλη ζωή σ’ έναν άλλο κόσμο… στον οποίον δεν ανήκαμε, δε θα ανήκαμε ποτέ… αλλά τότε δεν το ξέραμε, ίσως πιστεύαμε ότι χτίζουμε κάτι διαφορετικό… ότι ζούσαμε μια περιπέτεια… ότι πρωταγωνιστούσαμε σε μια ταινία… ότι κάμερες μας ακολουθούσαν κρυφά και τραβούσαν τα πάντα… και κάποια στιγμή όλα θα τελείωναν κι εμείς θα γινόμασταν δεκτοί με ενθουσιασμό πίσω… και μια ταινία, μια υπαρξιακή οδύσσεια ή μια φτηνή περιπετειούλα θα είχε δημιουργηθεί γύρω απ’ τη σύντομη ζωή μας, γύρω από την αξιοθρήνητη δράση μας.
Αλήθεια, εκεί σμιλεύτηκε τόσος πόνος και τόσο άγχος, τόση μοναξιά που έφτασε για όλο το υπόλοιπο της ζωής σου… εκεί συμπιέστηκε τόση ενέργεια, τόση νιότη που γέννησε ένα ατέλειωτο spleen ικανό να τροφοδοτήσει άπειρες σκέψεις, προβληματισμούς, σενάρια και όνειρα που θα σε συνοδεύουν μέχρι να σταματήσει η καρδιά σου.
Κι όλο και βαδίζαμε βυθισμένοι σ’ ένα μεσημέρι αποκλεισμένο από τα πάντα… κι εσύ έλεγες ότι εδώ χάνουμε, εδώ χανόμαστε κι εγώ σαν υπνωτισμένος προχωρούσα και σου έλεγα μην κάνεις έτσι… είναι μια πορεία, άλλη μια πορεία… θα περάσει… περπάτα… περπάτα και μη σκέφτεσαι… άλλη μια Κυριακή είναι…
Δεν είχα καταλάβει ότι ήταν η μοναδική Κυριακή που μας χάρισε η ζωή… και τη σπατάλησα περπατώντας σ’ άδειους, αφιλόξενους δρόμους.

Labels:

Thursday, February 12, 2009

Το να είσαι θνητός, καμια φορά είναι ευλογία...

Τη νέα ανανεωμένη έκδοση του Kindle, της φορητής ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης της Amazon, παρουσίασε σήμερα στη Νέα Υόρκη ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Τζεφ Μπέζος.
Το βασικό ατού του νέου Kindle είναι η συνδεσιμότητα, καθώς ο χρήστης θα μπορεί ανά πάσα στιγμή, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, να κατεβάζει από το site της Amazon ένα βιβλίο σε μόλις 6 δευτερόλεπτα, καθώς η νέα συσκευή είναι συμβατή με τα 3G δίκτυα κινητής τηλεφωνίας.
Η συσκευή μπορεί να χωρέσει έως και 1.500 τίτλους βιβλίων –η μνήμη της έχει χωρητικότητα 2 GB- και η αυτονομία της μπαταρίας είναι ενισχυμένη κατά 25%.
Στα νέα χαρακτηριστικά συγκαταλέγεται και η απαγγελία κειμένου, καθώς το νέο Kindleέχει τη δυνατότητα να μετατρέπει το κείμενο σε ζωντανό λόγο.
Η «βιβλιοθήκη τσέπης» θα κυκλοφορεί στις ΗΠΑ από τις 24 Φεβρουαρίου και η αρχική της τιμή θα είναι 359 δολάρια (272 ευρώ).
αναδημοσίευσις απο τα Νέα

«Incunaboli» είπε με δυνατή φωνή. «Αρχέτυπα στα ελληνικά. Οι πρώτες και οι πιο σημαντικές στιγμές της τυπογραφίας. Τα έργα των πιονιέρων, των ανθρώπων που έβαλαν τους θεμέλιους λίθους της επιστήμης μας, του πάθους μας».
Τα περισσότερα ήταν ογκώδη σε σχήμα φύλλου. Έβγαλε ένα και μου το έδειξε. Οι χαρακτήρες ήταν γοτθικού τύπου σημάδι ότι πρέπει να ’χε τυπωθεί στη Γερμανία.
«Οι πρώτες σελίδες τίτλων. Αριστουργήματα μέσα στην απλότητά τους. Θαυμάστε, θα μπορούσα να το παρομοιάσω μόνο μ’ ένα στήθος μιας εικοσάχρονης θεάς. Τα πρώτα έντυπα που δημιούργησε το ανθρώπινο χέρι. Από το Γουτεμβέργιο το 1450 περίπου, μέχρι το 1500. Πενήντα χρόνια προσπαθειών και μόχθου για να φύγουμε από τα χειρόγραφα και τις αντιγραφές. Βέβαια έτσι χάσαμε τις διακοσμήσεις και τις περίτεχνες μικρογραφίες των χειρογράφων, αλλά κερδίσαμε το βιβλίο, αγαπητέ μου.
»Μπορείτε να φανταστείτε κάποιους καλόγερους επιφορτισμένους με το ταπεινό λειτούργημα της αντιγραφής που θα έζησαν σ’ αυτή τη χρυσή περίοδο; Θα μεγάλωσαν με χειρόγραφα και θα έζησαν τόσο ώστε να πιάσουν στα χέρια τους τα πρώτα τυπωμένα βιβλία. Τι τυχεροί! Και πιθανότατα θα αγνοούσαν την τύχη τους. Ότι έζησαν δηλαδή στα πρώτα χρόνια της επανάστασης πού άλλαξε τον κόσμο».
Σκέφτηκα ότι κάτι ανάλογο μπορούσες να ισχυριστείς ότι πήγαινε να συμβεί και μ’ εμάς και το ηλεκτρονικό βιβλίο που υποτίθεται θα αντικαθιστούσε το τυπωμένο
, αλλά δεν τόλμησα να του το πω γιατί σίγουρα ο Σκούρας θα με εκτελούσε εν ψυχρώ χωρίς δεύτερη κουβέντα.




kinder sorpresa, αυτό μπορείς να το κάνεις;

«Μου δίνετε το βιβλίο να το εξετάσω;»
Όταν του το έδωσα δεν είχε πια μάτια για τίποτε άλλο. Πήγε σ’ ένα μικρό τραπεζάκι που έδειχνε παλιό κι ήταν στρωμένο με μια παχιά πράσινη τσόχα. Ακούμπησε το βιβλίο απαλά και βυθίστηκε στην αργή τελετουργική εξερεύνησή του. Στο γραφείο δεν υπήρχαν στυλό ή πένες, αλλά ούτε και μολύβια. Φυσικά ποτήρι, φλιτζάνι ή οτιδήποτε περιείχε υγρό δε θα πλησίαζε ούτε στα πέντε μέτρα. Εκείνος κρατούσε μόνο έναν βαρύ ασημένιο μεγεθυντικό φακό με τον οποίον μελετούσε κάθε τόσο την εικονογράφηση. Είχε απορροφηθεί εντελώς. Μετάνιωσα που δεν είχα κοστολογήσει ακριβότερα το βιβλίο. Όμως ο Σκούρας είχε δίκιο, ήταν ήδη αρκετά ακριβό. Σε μια δημοπρασία στη Βαρκελώνη το 1998 ένα παρόμοιο, αλλά με τριάντα εννιά από τις σαράντα δύο εικόνες του, είχε κατακυρωθεί σε ένα ποσό που αντιστοιχούσε σε τέσσερις χιλιάδες εφτακόσια σημερινά ευρώ περίπου. Η αξία του βιβλίου, κι αυτό που το είχε κάνει κλασικό, ήταν φυσικά η μεγάλη τέχνη του Αντρέα Παλάντιο στην εικονογράφηση, πρωτοποριακή για την εποχή.
«Άψογο. Υπέροχο. Ξέρετε τι μου αρέσει πέραν της αισθητικής και του θέματος σε όλα τα παλαιότυπα; Το χαρτί. Το πάχος του, το βάρος του, η ζεστασιά στην αφή του. Είναι τετρακοσίων τόσων χρόνων και θα ζήσει το λιγότερο άλλα τόσα. Τέτοια διαφορά με τα σημερινά σκουπίδια που αγενώς ονομάζονται βιβλία».
Συμφώνησα απολύτως, το ίδιο πίστευα κι εγώ, και θα πρόσθετα επίσης τη νοσταλγική βαριά μυρωδιά του παλαιού χαρτιού που αγαπούσαν όλοι οι βιβλιόφιλοι.


Σημείωση για τις φωτογραφίες μου: φυσικά δεν είμαι τόσο πλούσιος ή τύχερος ώστε να έχω στην κατοχή μου ένα αρχέτυπο. (Το βιβλίο είναι του 1650 περίπου). Στη δεύτερη το εικονιζόμενο βιβλίο δεν είναι αυτό για το οποίο γίνεται λόγος στο απόσπασμα.
Ακούστηκαν αποσπάσματα απο τη χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα τα οποία με εκφράζουν τόσο πολύ, σχεδόν σαν να τα έγραψα εγώ.

Labels: , , ,

Monday, February 02, 2009

Κάθισε στο μικροσκοπικό του τραπεζάκι, το σκουληφαγωμένο και κουτσό κι άρχισε να χτυπάει με μανία τα πλήκτρα. Σύντομα ο ήχος τον ζάλισε, ίσως και να του έφερε νύστα. Δεν κοίταζε τι έγραφε. Είχε μπει στη μέθη της γραφής, όπως την έλεγε. Να τα ρίξω στο χαρτί, να τα ρίξω στο χαρτί, έλεγε μέσα του. Και μετά βλέπουμε, μετά τα διορθώνουμε.
Το κρύο τον χτυπούσε παντού. Το αισθανόταν στην πλάτη, στα δάχτυλα των ποδιών, στα δάχτυλα των χεριών, αυτά που χτυπούσαν τα πλήκτρα με μανία. Ο λαιμός του έκαιγε, κάθε τόσο σκούπιζε τη μύτη του με χαρτομάντιλα που καταδέχτηκε να πάρει από έναν κουρελή σε κάποιο φανάρι.
Ταυτόχρονα πεινούσε, η κοιλιά του διαμαρτυρόταν συνεχώς. Περίμενε της έλεγε, περίμενε. Κι έπειτα, εντελώς απροειδοποίητα, ήρθε εκείνη η σκέψη που νόμιζε ότι θα τον σκοτώσει: αυτό το βιβλίο δε θα το τελειώσεις ποτέ. Κι αυτόματα έχασε τον ειρμό των σκέψεών του. Και τα δάχτυλά του σταμάτησαν απότομα. Κι οι λέξεις έμοιαζαν ξένες, εκείνο το γραμμένο κομμάτι πάνω στο λευκό φύλο έμοιαζε –πέρα από τα πολλά ορθογραφικά λάθη- ακατανόητο, βλακώδες, μια παπαριά και μισή όπως είπε από μέσα του. Κι ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι, την πλάτη του να μυρμηγκιάζει, έναν πονοκέφαλο να μεγαλώνει ταχύτατα και μια αίσθηση κενού, μια απελπισία καλύτερα, να τον καταλαμβάνει αστραπιαία. Κρύο δεν ένιωθε πια. Ένιωθε μόνο ένα κενό, ένα απίστευτο κενό λες και κάποιος του πήρε όλες τις σκέψεις απ’ το μυαλό, ένα ολόκληρο βιβλίο είχε εκεί μέσα, όχι μόνο ένα κεφάλαιο, ένα ολόκληρο βιβλίο χάθηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, εξαφανίστηκε. Κι ούτε μπορούσε να κάνει μια σκέψη, ούτε μπορούσε να βρει μιαν άκρη, να ξαναπιάσει από κάπου. Κι όσο κοίταγε το γαμημένο κομμάτι του φαινόταν ότι το είχε γράψει κάποιος άλλος. Ένας τύπος, ένα βρομιάρης ξένος που τρύπωσε στο σπίτι του, σ’ εκείνο το φτωχοκάλυβο που ούτε θέρμανση είχε, κι άρχισε να του πειράζει τα γραπτά του, να ανακατεύει τα χειρόγραφά του, τις σημειώσεις του, το βιβλίο του. Αυτό για το οποίο ένιωθε ότι ζούσε, για το μοναδικό λόγο που τον κρατούσε σ’ αυτή τη γαμημένη τη ζωή.
Την κράταγε την μπουνιά τόσην ώρα, αλλά δεν μπόρεσε να την κρατήσει άλλο. Την αμόλησε στο τραπεζάκι κι η γραφομηχανή του, ένα ασήκωτο κτήνος, πετάχτηκε είκοσι πόντους ψηλά. Σκέφτηκε πως αν κάποιος τον κοίταγε τώρα, ίσως έβλεπε τα μάτια του να ’ναι κόκκινα. Σαν του διαβόλου.
Κρατήθηκε και δεν έσπασε τίποτα, άλλωστε δεν είχε τι άλλο να σπάσει. Ηρέμησε μετά από δέκα λεπτά. Περίμενε την αναπνοή του να ξαναπιάσει έναν λογικό ρυθμό και χωρίς να κοιτάει τη γραφομηχανή φόρεσε το βαρύ παλτό του. Γάντια, σκούφο, κασκόλ και σε λίγο βρισκόταν στους χιονισμένους δρόμους. Ό,τι λεφτά είχε κρατήσει για το βραδινό του, σάντουιτς από την καντίνα, θα τα σκότωνε στο μπαρ της γειτονιάς σε δύο μπέρμπον.
Προχώρησε σχεδόν με κλειστά μάτια. Αντάλλαξε ένα βλέμμα μόνο μ’ έναν άνθρωπο, έναν μαύρο που κουβαλούσε ένα τεράστιο μπόγο.
Μέσα σε είκοσι λεπτά είχε πιει τα μπέρμπον. Ξαναντύθηκε με ήρεμες κινήσεις δίπλα στην εξώπορτα του μαγαζιού κι όταν βγήκε έξω και ξαναπερπάτησε στα χιονισμένα πεζοδρόμια ήξερε ότι το βιβλίο του θα του ξαναρχόταν στο μυαλό, εκείνος που τον βασάνιζε θα του το ξαναέστελνε στο νου…
Μ’ αυτή τη σκέψη επέστρεψε σπίτι και ξανακάθισε μπροστά στη γραφομηχανή. Λίγο αργότερα δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο παρά ο ήχος από τα πλήκτρα που ανεβοκατέβαιναν…

Labels:

Sunday, January 06, 2008

Notti italiane V - La nebbia


Ήμασταν ολομόναχοι στην μεγάλη πλατεία
λίγο πριν το ξημέρωμα
Με ρώτησες αν ξαναγίνονται τα όνειρα, τα νιάτα
αν είχα το κουράγιο, όχι να ζήσω το παρελθόν, αλλά απλώς να το διηγηθώ, να το ξαναθυμηθώ με όλες του τις λεπτομέρειες.
Πρόσεξε, μου είπες
Τα πάντα, ακόμα και τα πιο δύσκολα, εκείνα που σ’ έκαναν να κλάψεις, να φωνάξεις, να ορκιστείς εκδίκηση ή οπισθοχώρηση ή δεν ξέρω γω τι.
Κι εκεί κούνησες το κεφάλι, μπορεί και να χαμογέλασες, δεν ξέρω, δε σε κοίταγα.
Θα ήθελες άλλη μια ζωή, άλλο ένα σώμα, μια καρδιά, μια ψυχή… συμπλήρωσες κι άφησες το μπράτσο μου.
Πάμε να φύγουμε, σου είπα
Πριν μας κυκλώσει ολοκληρωτικά η ομίχλη και χαθούμε για πάντα
Πάμε όσο είναι καιρός
Και καθώς επιστρέφαμε ευχόμουν να είχα πιει πολύ περισσότερο εκείνο το βράδυ.

Labels: ,

Friday, November 23, 2007

Notti italiane IV - Napoli


Για να πάω να δώσω μάθημα έπρεπε ν’ αλλάξω δυο λεωφορεία.
Μου λέγανε ότι η ζώνη όπου μέναμε δεν ήταν και τόσο άσχημη.
Εκείνο το πρωινό είχα βάλει το ξυπνητήρι στις 05:40.
Ξύπνησα και μόλις σηκώθηκα κι έβγαλα από πάνω μου το πάπλωμα, άρχισα να τρέμω.
Έκανα καφέ τουρτουρίζοντας. Όλοι κοιμούνταν. Θα ξύπναγαν μετά από έξι ώρες τουλάχιστον. Ξαφνικά άκουσα ένα θόρυβο από κάτω. Βγήκα στο μπαλκόνι και νόμισα ότι θα λιποθυμούσα απ’ το κρύο καθώς με τύλιξε ο παγωμένος αέρας.
Κοίταξα κάτω. Τρεις τύποι με κουκούλες είχαν πυροβολήσει το χοντρό που έμενε στον πρώτο όροφο. Πρέπει να δούλευε κάπου σαν φύλακας. Τον είχα δει μια φορά με στολή.
Ήταν κάτω κι οι τύποι του είχαν αρπάξει μια τσάντα κι είχαν γίνει καπνός. Ο χοντρός έμεινε ακίνητος στο βρόμικο πεζοδρόμιο. Ήταν σκοτάδι αλλά νομίζω ότι έβλεπα καθαρά τα μάτια του. Κάρφωναν τα δικά μου, τρεις ορόφους πιο πάνω.
Όταν ήρθαν οι μπάτσοι είχε πεθάνει. Δεν πήγα να δώσω το μάθημα. Σ’ ένα μήνα έφυγα για πάντα απ’ την Ιταλία.
Ζητώ συγνώμη, αναγκάστηκα να κλείσω τα σχόλια.

Labels: ,

Sunday, November 18, 2007

Στα υπόγεια του πύργου μου ΙV


Να τα μας! Κατεβαίνεις για μια μποτίλια Knokando 20 ετών (που λέει κι ο Μονταλμπάν) στα υπόγεια και κλείνεσαι μέσα. Γμτ πρέπει να φτιάξω αυτή την πόρτα.
Τζορτζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζ!
Μέχρι να ’ρθει ο τρισκατάρατος ας διαβάσω ένα κιτρινισμένο φύλλο από το σεντούκι που γράφει Lecce…

Lecce 30-6-1991 Κυριακή

Η λέξη της γης, αυτή η ατέλειωτη απορία, η ασυνεχής πορεία ήταν στην οδό Φωκυλίδου.
Παραξενεύτηκα. Δεν μου ’χε ξανατύχει. Κύριε Φουκώ, τον ρωτώ, η ασπίδα που κρατούσε ο Μπόρχες υπάρχει ακόμα;
Τη βρήκε ένας φίλος του Έκο σ’ ένα παλαιοπωλείο στο Βελιγράδι, μου απαντά.
Κι η γυναίκα στη Ρώμη κοντά στη stazione Tiburtina;
Ίσως αυτή η πολλαπλή κίνηση, σαν ρότολα, να μην αφήνει τις έλξεις των διαμαντιών στη Λευκάδα.
Μα ήμουν σίγουρος, απαντώ, ήσασταν εσείς.
Δε σκοτώθηκα εγώ, μου απαντά. Εγώ δε σκοτώθηκα σε γαλλικό αμάξι. Ξέρεις ποιος οδηγούσε; Σίγουρα όχι ο Λακάν μου, απαντώ. Ο κύριος Ψ;
Κάπου εδώ τα ’χεις μπερδέψει. Πρέπει να ξαναρχίσεις με τη σκηνή στο πατάρι.
Σαν σύννεφο της οργής καταδύθηκα μέσα στη ζέστη.
Οι πονοκέφαλοι ζουν ατέλειωτα χρόνια. Ή λεπτά.
Ψάχνω στο δροσερό δρόμο ένα χαρτί.
Της ηδονής; Ή της μοιχείας; Δε θα με βάλει κανείς στην καρδιά του. Έμαθα τη ρότολα της οδού Ξενοκράτους.
Θυμάμαι το μεσημέρι του θανάτου.
Το μόνο που με παραξενεύει είναι ότι δεν ήταν Κυριακή. Άπταιστα ελληνικά. Και τίποτ’ άλλο. Κίνηση; Συλλογή; Φεγγάρι; Ιδρώτας; Αίμα; Άπταιστα ιταλικά. Φτώχεια; Κίνηση; Απελπισία; Όχι ελπίδα. Καταδίκη. Μα, ίσως να φυτέψω τα λουλούδια της ποίησής σου στον τάφο σου. Μόνο γι’ αυτό κάνουν.
Κύριε Ανατόλ βρίσκεστε πάντα στο μαύρο δωμάτιο.


Τι έπινε ο ποιητής εκείνη την Κυριακή (μπορούσε να ’ναι άλλη μέρα;) κατακαλοκαιριού στο καυτό Λέτσε; Θα σας πω εγώ: Μοναξιά και παραισθήσεις περασμένων λογοτεχνικών αναγνώσεων. (Κι έτσι μπερδεύονται γλυκά ο Μπόρχες, ο Φουκώ, ο Καμύ κι ο Σελίν...)
Αν επίσης σας αρέσουν τα προφητικά, σε έξι χρόνια από τότε που έγραψα αυτό το φύλλο έμελε να μείνω στην οδό Ξενοκράτους για 4 χρόνια. (ασύντακτο, το ξέρω...)
(Το Knokando είναι μαλτ ουίσκι κι όχι κρασί-το γράφω για τους άσχετους).
Καληνύχτα Άλεφ, για σένα είναι τούτο δω.

Labels: ,

Saturday, October 27, 2007

Στα υπόγει..χικ! του πύργου μου ΙΙΙ

Τζορτζ…. Αποφα… αποφάσισες να… να με βγάλεις βρε βρε μασκαρά;
Εγώ όμως να ξέρεις! Ήπια όλα τα μπουκάλια!!! Τα μπουκ… λέγω!

(αυτά γίνονται όταν στα υπόγεια του πύργου τα αρχεία συστεγάζονται με την κάβα)



Φίλε εδώ η ζωή μοιάζει με κόλαση.
Αρνείσαι να ζήσεις. Κοίτα με, δεν
υπάρχει ζωή για πέταμα κι όμως
τίποτα δεν οδηγεί σε σκέψη
Μίλα μου σαν αγριοπερίστερο
μιας άγνωστης σπηλιάς
Μίλα μου διάολε της αυγής.
Μη μου κρατάς
παγιδευμένη τη ψυχή.
Λύτρωσε με για να σε συνοδέψω
στη χαραυγή της ηδονής
Άγριε μου έρωτα τίποτα δε
συμπάσχει μαζί μας στο απίστευτο
ύψος των βράχων. Ζωή χωρίς
πνοή και έλεος, άστρο της
ουράνιας γαλήνης, μύηση σε
ερημωμένα σπίτια βραδιά του
Αυγούστου, μόνη νηστική, κρύα
ηδονή μιας πελώριας φυγής
Θάνατος μιας ζωής περιπλανώμενης
κύμα μυριανθισμένο του
Βούρκου έλος το νόημα είναι
εκεί από πολλά χρόνια είμαι
όμως ολομόναχος στη φυλακή
Δε ζει παρά μόνο το χτύπημα
μιας νάρκης που έφυγε από κοντά μου
Μονή εκείνη στις ύλες του
σύμπαντος καρτερεί το απίστευτο
φιλί της γης μια έκλειψη
αισθημάτων των υγρών σύννεφων
τη κατάντια , τη λύπη, το
χτύπημα, το ύφος, το έλεος,
τον πόνο το λυτρωμό,
το τέλος

21/10/91 (Μεθυσμένος, αναμφίβολα, το θυμάμαι δηλαδή)
Και... ΟΧΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, ΟΥΤΕ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ!!!! ΕΙΝΑΙ ΠΕΖΟ ΠΕΖΟ ΠΕΖΟ ΠΕΖΟ

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΕΖΟ

ΟΠΩΣ ΤΑ ΠΕΖΟ 205, 206, το παλιό 504 που σχεδίασε ο Πινινφαρίνα κτλ (ξέφυγα πάλι...)
Τηρήθηκε το τυπογραφικό στήσιμο στο χαρτί (σχεδόν γιατί μου το χάλασαν οι φωτο) όπως κι η ορθογραφία κι η στίξη.

Labels: ,

Friday, October 26, 2007

Εορταστικόν ποστάκιον

Πιστός στις παραδόσεις (βλέπε περσινό ποστ) εορτάζουμε σήμερα με ένα ποίημα.

ευχαριστούμε για τις ευχές σας!





ΔΙΧΩΣ ΧΡΟΝΟ

Είμαι τόσο μόνος

εδώ πάνω

που καμιά φωτιά δε με φτάνει,


μόνο οι άνεμοι της μοναδικής πίστης

και η βροχή του τέλους.


Κρύβομαι στις φτερούγες των βράχων

περιμένοντας το αύριο


ακούγοντας αχνά την αναπνοή της ζωής

να μεταφέρει


άλλη μια αιωνιότητα…

Labels: ,

Monday, October 15, 2007

Στα υπόγεια του πύργου μου ΙΙ

Εκείνος ο μπάσταρδος ο Τζορτζ- ο μπάτλερ, βοηθός, σωματοφύλακας και δεξί μου χέρι- μ’ έχει κλείσει εδώ κάτω μ’ ένα ξεροκόματο και λίγο νερό. Δε γνωρίζω τις προθέσεις του, αλλά πρέπει να είναι η δεύτερη μέρα που διανύω μέσα στα υπόγεια του πύργου μου. Με τη βοήθεια κεριών διαβάζω τα παλιά μου γραπτά για να περνώ την ώρα μου και προσεύχομαι να λογικευτεί ο Τζορτζ και να μου ανοίξει την πράσινη σιδερένια πόρτα…
Αυτή τη φορά σκύλευσα το κιβώτιο που έγραφε απ’ έξω 1986.
Ένα κιτρινισμένο φύλλο που έπιασα έγραφε απάνω…


24-8-86

Γαμώτο, σκέφτηκα, ούτε δεκαοχτώ δεν ήμουν ακόμα…
Άρχισα να το διαβάζω

Στην ουτοπία ζούμε και σκεφτόμαστε
μια γλώσσα, κάτι νόμοι, άνθρωποι, μαγαζιά, ιδανικά. Φύγετε. Η ψυχή μου θα εκραγεί. Είναι νωρίς μα τι να κάνουμε· πεθαίνουμε νωρίς. Κι όλα γεννήθηκαν από μια απαισιόδοξη γεύση που αποδίδει το έργο μου.
Σήμερα δεν έχει φεγγάρι. Όλα είναι τόσο σκοτεινά, φοβάμαι να διασχίσω το κτήμα, μα ωστόσο φοβάμαι και τη ζωή.
Πες μου είναι αλήθεια ότι η ζωή μου είναι γεμάτη από το άγχος;
Άμμος, εκατομμύρια κόκκοι κρύβουν μέσα τους έρωτα, αισθήματα, δύναμη, φαντασία, ό,τι γεννά το κύμα ίσως θα έκανε το Σαρτρ να ζηλέψει όπως κάποτε ζήλεψε το Ραιημόν Κενώ.
Μέρες που θα ’ρχονται, μέρες που θα φεύγουν· κολύμπησα κι όλες οι παραλίες έχουν πάντα τα ίδια να επιδείξουν, ό,τι φέρει το κύμα. Σήμερα στην αμμουδιά βρήκα ένα πτώμα, έτσι φαινόταν από μακριά. Όμως ήταν ένας νέος άντρας με ασημένια φτερά στη ράχη. Προκάλεσε τη μοίρα κι αυτή τον έριξε σε μένα.
Το χιόνι που πέφτει. Αυτό. Πέφτοντας εκατομμύρια νιφάδες δεν βρίσκουν να καθίσουν κάπου καθαρά και προσγειώνονται κατευθείαν στη λάσπη. Με λίγα λόγια οι ψυχές λερώνονται όπως οι νιφάδες που πέφτουν σ’ ένα δρομάκι.
Ασκήσεις φανταστικής αρχιτεκτονικής όπως λέει ο Ρίλκε, να φανταστείς ένα δρόμο που δεν έχεις δει ποτέ. Εγώ φαντάστηκα την οδό Ωσέρ και τα μαγαζάκια της. Φαντάστηκα έναν φούρναρη, μια που πουλά καλύμματα, ένα βιβλιοπωλείο, γραφεία, σπίτια με μεγάλα πατζούρια που φωτίζονται από αρωματικά κεριά. Ο έρωτας με τη νύχτα. Μισώ τον ήλιο. Κυβιστικές τάσεις. Εκείνο ή εκείνο; Μέσα στο πρόσωπό σου βλέπω μια σπηλιά ολοφώτεινη στην οποία διαγράφεται ολοκάθαρα το περίγραμμά σου.
………
Και σκέφτομαι

Τζορτζ, ελευθέρωσέ με γρήγορα…
Το κείμενο δε διαβάζεται...
αύριο κατεβαίνει...
λυπήσου τον αθώο κόσμο τουλάχιστον...

Labels: ,

Sunday, September 23, 2007

Ψάχνοντας στoν λαβύρινθο των υπογείων του πύργου μου, σε κάποιο απ’ τα δεκάδες ράφια

τα φορτωμένα με χιλιάδες σκουριασμένα σεντούκια που είναι γεμάτα χειρόγραφα και αποτελούν το αρχείο μου, ανακάλυψα κάτι.
Περιπλανιόμουν μ’ έναν διαρκή φόβο κοιτώντας συνεχώς πίσω μου ανάμεσα στα στενά περάσματα κρατώντας ένα μικρό κερί. Το παχύ σκοτάδι κατάπινε με μεγάλη ευκολία την αδύναμη φλόγα του.
Ένα κιτρινισμένο φύλλο ξεχώριζε απ’ τα σπλάχνα ενός ξεκοιλιασμένου κιβωτίου. Μια αράχνη περπάτησε πάνω στο χέρι μου καθώς το τραβούσα. Με δυσκολία συγκράτησα την κραυγή μου κι έτρεξα προς την πέτρινη σκάλα. Όταν πια καθόμουν μπροστά στην ολοζώντανη φωτιά που μου χάριζε το τζάκι στο δωμάτιο της βιβλιοθήκης μπόρεσα να κοιτάξω το ορφανό φύλλο.
Πάνω πάνω έλεγε: Πρώτο κείμενο 1989. Και από κάτω: 3-1-1989.



Και συνέχιζε:

Η νύχτα που σ’ αγάπησα. Ο καπετάν Μιχάλης. Πώς να είναι; Θέλω να φύγω μ’ ένα πλοίο για τον κόσμο τον ανεξερεύνητο, εκείνον που σου επιφυλάσσει ό,τι δεν μπορείς να φανταστείς. Η αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ. Ο θαλασσόλυκος. Όλα αυτά είναι φαντασία. Είναι νοσταλγία. Ας φύγουμε. Ας μεθύσουμε. Αγαπώ τη θάλασσα γιατί σου δίνει την εντύπωση πως όλα χάθηκαν. Η ξηρά είναι το τέλος του ονείρου. Τα άδεια βράδια είναι απογοητευτικά. Θα είμαι μόνος μου. Αν αλλάζεις πρόσωπα πρέπει ν’ αλλάζεις και ψυχές. Μ’ αγκαλιάζεις και νιώθω τα σπασμένα γυαλιά κάτω απ’ τα πόδια μου. Οι μέρες που μίσησα. Αστρονομία και θάλασσα. Έρωτας. Θάνατος. Απρόσωπα. Είναι το σκίρτημα μιας καρδιάς πιεσμένης. Η φυγή. Η εγκατάλειψη. Η Αμερική. Οι ήπειροι. Το τίποτα. Τα λιμάνια. Οι κρύοι πλινθόκτιστοι δρόμοι. Τα μεθυστικά φώτα πίσω απ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι. Η γραμμή της μύτης που θα ζει για πάντα κουβαλώντας τη μορφή του πίσω απ’ τα τραπεζάκια παρισινών καφέ. Φυσάει δυνατά. Η ιστορία του κοριτσιού που κουβαλούσε το θάνατο στη Σκωτία.
Το μίσος του Κάφκα. Οι δώδεκα συγγραφείς. Κρύβομαι πίσω απ’ τις κακόφημες συνοικίες, τα μπαρ με τους ναρκομανείς, την κοπέλα με τα μαύρα. Είναι η κρύα άνοιξη των καρδιών κάποιων εργατών στην Αργεντινή. Δεν υπήρξα ποτέ καμιά νύχτα έτσι. Μια βραδιά στη Ρώμη ονειρεύτηκα τη νίκη μου. Ήταν οι αρχαίοι ρωμαίοι ενώ γλένταγαν όλο το βράδυ. Όλα φεύγουν σιγά σιγά. Οι άντρες που αποκλείστηκαν απ’ το χιόνι για όλο το χειμώνα στην ορεινή καλύβα και μην έχοντας τι να κάνουν κατέληξαν να μάθουν απέξω όλες τις ετικέτες απ’ τις κονσέρβες και τις εφημερίδες που τους είχαν απομείνει.
Κάνει ζέστη στις ερήμους. Οι βεδουίνοι όμως γυρνούν κουκουλωμένοι δείχνοντας όσο το δυνατόν λιγότερο γυμνό μέρος του σώματος στον ήλιο. Οι μαθήτριες με τις ποδιές δε θα ξανάρθουν. Δάκρυα. Παντού. Φωτογραφίες. Θεατρικές παραστάσεις. Όλα τελειώνουν έξαφνα στις μικρές ώρες· μέσα στο πυκνό χιόνι που σκεπάζει τα πάντα.


Αυτό ήταν λοιπόν το πρώτο κείμενο του 1989 σκέφτηκε καθώς έπινε λίγο απ’ το Lagavulin που του ’χε χαρίσει ο φίλος του. Χαμογέλασε γιατί σκέφτηκε πως αυτό ήταν το τεκμήριο της διαπλοκής τους.
Κι όχι το κείμενο που ’χε γράψει 18 χρόνια πριν…

Labels: