Thursday, September 14, 2006

Μονμάρτρη (Διήγημα μέρος 1ον)

(Το διήγημα όταν αναρτήθηκε εδώ ήταν αδημοσίευτο. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός αρ.137 Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2007).

ΜΟΝΜΑΡΤΡΗ
Του Δημήτρη Μαμαλούκα


Στον αναγνώστη μου, Jerome
Είδα πού έμενε ο γέρος. Το παράθυρό του έβλεπε σε μια απότομη σκάλα απ’ τις αμέτρητες που υπάρχουν στην περιοχή της Μονμάρτρης. Όπως στάθηκα παράμερα και κοίταζα τα μαύρα κάγκελα η σκηνή μου έφερε στο νου τις διάσημες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Doisneau.
Αν είσαι φοιτητής, όπως εγώ, ένα πράγμα δε σου λείπει: Ο ελεύθερος χρόνος. Τον παρακολουθούσα από καιρό. Τη σκάλα έξω απ’ το σπίτι του την είχα ανεβοκατέβει δεκάδες φορές, κάνοντας ότι έψαχνα κάποιον, χαζεύοντας, καπνίζοντας δήθεν αφηρημένος.
Δεν άργησα να μάθω το πρόγραμμά του. Ήταν ακριβής σαν ελβετικό ρολόι. Έξι μέρες τη βδομάδα ξεπόρτιζε απ’ την τρύπα του στις επτά παρά δέκα το πρωί. Σε δέκα λεπτά ήταν στο βασίλειό του, στο μετρό. Έπιανε δουλειά αμέσως. Πλησίαζε τον κόσμο. Τους σκουντούσε, τους έπιανε, τους χάιδευε, τους ζητούσε.
«Δώστε κάτι κύριε… Ευγενική μου κυρία… Παιδί μου, έχω να φάω τρεις μέρες».
Επαγγελματίας. Ακούραστος. Άψογα προετοιμασμένος, κατάλληλα ντυμένος. Φαρδιά ρούχα με άπειρες πτυχές και τσέπες. Ένα μακρύ λιγδιασμένο κατάμαυρο παλτό. Αποκρουστικός και σιχαμένος. Αλλά επαγγελματίας. Οσμιζόταν από μακριά ποιος θα του έδινε, κατάφερνε άλλους, απέφευγε τους αρνητικούς. Τα νομίσματα που του άφηναν στη χούφτα τα εξαφάνιζε αστραπιαία σε κάποια απ’ τις δεκάδες τσέπες του χωρίς ν’ ακούγεται το παραμικρό.
Στριφογύριζε με απίστευτη ευλυγισία για τα χρόνια του και τα κιλά του ανάμεσα στο αγχωμένο και νυσταγμένο πλήθος παριστάνοντας τον ανήμπορο. Τα μάτια του όμως έτρεχαν σαν δαιμονισμένα στις τσέπες του κόσμου και στις τσάντες των γυναικών. Όταν έβλεπε κάποιο πιθανό στόχο στεκόταν δίπλα. Χτυπούσε όταν το βαγόνι έφτανε στον επόμενο σταθμό. Έπεφτε άγαρμπα πάνω στο θύμα κατακλύζοντάς το απ’ τη βρόμα του. Έκανε πως ήθελε να βγει κι όλοι άνοιγαν με αποστροφή. Όταν γλιστρούσε έξω απ’ τις πόρτες είχε στο χέρι του, κάτω απ’ το παλτό, το πορτοφόλι του θύματος. Στην αποβάθρα έκανε ότι έβηχε κι έβαζε μέσα στο παλτό το αηδιαστικό μούτρο του. Έψαχνε, έβγαζε τα λεφτά και το επόμενο δευτερόλεπτο ξεφορτωνόταν το πορτοφόλι. Συχνά προλάβαινε να πάρει τον ίδιο συρμό μπαίνοντας στο πίσω βαγόνι, άλλες φορές όμως έμενε στην αποβάθρα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έχασα έτσι.
Είχε μερικά σταθερά δρομολόγια τα οποία ακολουθούσε κάθε μέρα, αλλά με διαφορετική σειρά. Ήξερε να μην ξαφρίζει τους ίδιους κάθε μέρα. Πήγαινε απ’ τη μια άκρη της πόλης στην άλλη. Το ωράριό του όμως το τηρούσε πάντα. Δώδεκα ακριβώς η δουλειά σταματούσε. Έβγαινε έξω και ξάπλωνε σε κάποιο παγκάκι. Απ’ τις αμέτρητες κρυψώνες των ρούχων του ανέσυρε το φαγητό του κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Συχνά έβγαζε και τις άθλιες αρβύλες του κι απολάμβανε το γεύμα του αδιαφορώντας για τα πάντα. Τα χέρια του, πασαλειμμένα με μουστάρδα χάιδευαν τα ρούχα του εισχωρώντας στις διάφορες κρυψώνες κι έβγαιναν γεμάτα νομίσματα. Τα κοίταγε με λαχτάρα, τα σήκωνε στο φως κι έπειτα τα ξανάριχνε μαζί με τ’ άλλα.
Όταν η ώρα πήγαινε μία η δουλειά ξανάρχιζε. Ανανεωμένος άφηνε τη δουλικότητά του να ξεδιπλωθεί με όλη της την ξεδιαντροπιά.
«Είμαι άρρωστος μεσιέ».
«Για την κορούλα μου, μαντάμ».
Κι όσο πιο προκλητικός κι επίμονος γινόταν, τόσο ο κόσμος του έδινε. Είπαμε, ήταν επαγγελματίας.
Τον ακολουθούσα άφοβα. Μέρες ολόκληρες. Δεν κοιτούσε ποτέ πίσω του. Δεν φοβόταν. Δεν υπολόγιζε κανέναν. Αντίθετα, πολλοί τον φοβόντουσαν κι οι περισσότεροι τον σιχαίνονταν. Μια φορά τέσσερις νεαροί τον πλησίασαν για να τον ληστέψουν. Δεν δίστασε να τους πετάξει το μισοάδειο μπουκάλι με το κρασί του βγάζοντας αγριοφωνάρες και τρέποντάς τους σε φυγή.
Δυο φορές στα βαγόνια είχε πέσει πάνω μου δήθεν τυχαία ξεψαχνίζοντάς με. Ποτέ του όμως δεν σήκωσε το βλέμμα να με κοιτάξει.
Όταν πήγαινε τέσσερις, όπου κι αν βρισκόταν σταματούσε κι έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι. Όσο πλησίαζε στο σταθμό του, επειδή ήταν η διαδρομή που έκανε κάθε μέρα, καθόταν ήσυχος και δεν σούφρωνε τίποτα εκτός κι αν συναντούσε κάποιο πορτοφόλι προκλητικά εκτεθειμένο που ο καθένας θα μπορούσε ν’ αρπάξει.
Πήγαινε κατευθείαν σπίτι. Ανέβαινε τα ατέλειωτα σκαλιά σαν έφηβος. Έδειχνε ότι λαχταρούσε να φτάσει σπίτι σαν να τον περίμενε κάποιος πολύ αγαπημένος του. Κι έτσι ήταν. Εγώ ήξερα ποιος, ή καλύτερα τι, τον περίμενε.
Τα λεφτά του.
Δεν έβγαινε άλλο, εκτός κι αν ήταν Παρασκευή απόγευμα που πήγαινε μέχρι το μικρό μπακάλικο της γειτονιάς κι αγόραζε ζαμπόν, τυρί και σαρδέλες. Μετά κλειδαμπαρωνόταν μέσα. Αυτός και τα λεφτά του.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο με τραβούσε η παρακολούθηση του γέρου. Τα βράδια στο σπίτι προσπαθούσα να υπολογίσω πόσα έβγαζε. Κατέληγα σ’ ένα εξωπραγματικό νούμερο κι έλεγα πως είχα κάνει λάθος. Τα νομίσματα όμως που του άφηναν στη χούφτα ήταν αληθινά, τα έβλεπα με τα μάτια μου κάθε μέρα.
Κάθε απόγευμα ο γέρος κουβαλούσε στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του ένα σεβαστό ποσό. Δεν ήξερα πόσα χρόνια έκανε αυτή τη δουλειά. Όσο καιρό τον παρακολουθούσα δεν είχε πατήσει το πόδι του σε τράπεζα.
Πρέπει όλα του τα λεφτά να τα έκρυβε στο σπίτι του.
Πρέπει να είχε μια κρυψώνα.
Ένα απόγευμα Παρασκευής περίμενα να βγει για τα καθιερωμένα ψώνια του. Όταν απομακρύνθηκε πλησίασα στο παράθυρό του με σκοπό να κοιτάξω μέσα. Δεν έφτανα. Κοίταξα γύρω κι όταν σιγουρεύτηκα ότι δε φαινόταν κανείς πιάστηκα απ’ το πρεβάζι και με μια έλξη μπόρεσα να ρίξω μια ματιά μέσα.
Υπήρχε ένα ντιβάνι και μια παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση που ήξερα ότι θα ήταν αναμμένη. Το χαρακτηριστικό τρεμόπαιγμα του φωτός που δημιουργούσε κι έβγαινε απ’ το παράθυρο δε σταματούσε όλη τη νύχτα. Ο γέρος χαμήλωνε τη φωνή και κοιμόταν μ’ αυτή. Δεν κατάφερα να διακρίνω τίποτα άλλο. Έφυγα αγχωμένος και γεμάτος άσχημες σκέψεις.
Τις Κυριακές δε δούλευε. Έβγαινε αργά και πήγαινε βόλτες. Ξάπλωνε σε κάποιο παγκάκι, έτρωγε κι έπινε το κρασί του. Τίποτα σταθερό. Μπορεί να γυρνούσε σε δύο ώρες, μπορεί σε πέντε.
Την επόμενη Παρασκευή τόλμησα κάτι παραπάνω. Περίμενα απέναντι απ’ το μπακάλικό του. Μόλις τον είδα να έρχεται από μακριά μπήκα κι έκανα ότι ψώνιζα. Σε λίγο έφτασε κι εκείνος. Η γριά μπακάλισσα μόλις τον είδε ξίνισε τα μούτρα. Παρήγγειλε τυρί με τη βαθιά φωνή του. Η γριά μου ζήτησε συγνώμη και τον εξυπηρέτησε εκνευρισμένη.
Δεν θα μπορούσε να είχε πάει καλύτερα. Όταν ο γέρος έφυγε, η γριά μου είπε ό,τι ήθελα να μάθω χωρίς να τη ρωτήσω.
«Δεν έχει κανέναν στο κόσμο, μεσιέ. Είναι ένας ζητιάνος, ένας σιχαμερός ζητιάνος. Όλη μέρα ζητιανεύει. Εδώ και σαράντα χρόνια. Και ξέρετε κάτι; Δεν ξοδεύει παρά ελάχιστα».
Έφυγα και σε όλο το δρόμο οι σκέψεις μου με βασάνιζαν. Τα λεφτά. Τα φύλαγε σπίτι του. Ήμουν σίγουρος. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου προσπαθούσα να υπολογίσω πόσα μπορεί να ήταν το κομπόδεμα του γέρου. Μια μέρα είχα μετρήσει πάνω από τετρακόσιες ελεημοσύνες να έρχονται στα βρομόχερά του. Ένα φράγκο; Μισό; Καμιά φορά και περισσότερο. Τριακόσια φράγκα; Τετρακόσια; Την ημέρα. Δυο, τρία χιλιάρικα τη βδομάδα. Δέκα το μήνα. Χώρια τα πορτοφόλια. Όσο για τα έξοδά του; Μηδαμινά. Ανατρίχιασα αναλογιζόμενος το ποσό που μπορεί να κρυβόταν στην τρύπα του.
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν πώς θα μπω στο σπίτι του.
Δεν μπορούσα να φανταστώ άλλο τρόπο να τον κλέψω παρά να διαρρήξω το σπίτι του και να του αρπάξω το κομπόδεμα. Αν έμπαινα μέσα ένα οποιοδήποτε πρωινό καθημερινής θα ‘χα όλο το χρόνο στη διάθεσή μου να το βρω. Στο μυαλό μου είχα την εικόνα μιας βαλίτσας γεμάτης χιλιάρικα.
Ο ύπνος με τύλιξε χωρίς να το καταλάβω τα ξημερώματα. Όταν ξύπνησα ήταν απόγευμα. Οι τύψεις μ’ είχαν περικυκλώσει με την πικρή τους γεύση. Αντιστάθηκα και δεν πήγα έξω απ’ το σπίτι του γέρου. Την άλλη μέρα το ίδιο. Την τρίτη όμως μέρα, εφτά παρά, ήμουν στην απότομη σκάλα. Όταν ο γέρος έφυγε πήγα με θράσος στην πόρτα του. Προσποιήθηκα πως κάποιον έψαχνα κι εξέτασα τις κλειδαριές. Ήταν δύο, η μία ασφαλείας. Ήμουν τυχερός. Ήταν αρκετά παλιές. Γερές, αλλά παλιές. Τις ήξερα. Μπορούσα να τις διαρρήξω. Βλέπετε, ο πατέρας μου στο χωριό αυτή τη δουλειά έκανε. Ήταν κλειδαράς. Μέχρι τα δεκαοχτώ μου τον βοηθούσα.
Έμενε μόνο ν’ αποφασίσω την ημέρα που θα χτυπούσα.
Διάλεξα την επόμενη Τρίτη. Την παραμονή τον παρακολούθησα για μια ώρα. Ήταν σε φόρμα. Δούλευε όπως πάντα. Γύρισα σπίτι και προσπάθησα να ηρεμήσω.
Το επόμενο πρωινό άνοιξε την πόρτα στην ώρα του. Τον ακολούθησα με τρεμάμενα πόδια. Δεν γύρισε ούτε μια φορά πίσω του. Αλλάζαμε βαγόνια και δρομολόγια μέχρι τις εννιά. Ζητιάνευε κανονικά. Τον άφησα στην άλλη άκρη της πόλης και γύρισα προς την Μονμάρτρη. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Σκεφτόμουν τα λεφτά. Το κομπόδεμά του. Η φαντασία μου έπλαθε απίστευτα ποσά, προχωρούσε παρακάτω και μου ‘δειχνε ανεκπλήρωτα όνειρα. Τρελά όνειρα.
Ανέβαινα τα σκαλιά μ’ ένα μεγάλο κενό στο μυαλό μου. Λειτουργούσα σαν υπνωτισμένος μέχρι που έφτασα έξω απ’ την πόρτα του. Χρειάστηκε να περιμένω αρκετά για να μην περνάει κανείς. Όταν το πεδίο ελευθερώθηκε παραβίασα τις κλειδαριές.
Μου πήραν πέντε λεπτά χωρίς να τις χαλάσω. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πίσω, μπήκα στην τρύπα του γέρου.
© Δ. Μαμαλούκας. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος
τέλος πρώτου μέρους (1 από 2)
συνεχίζεται

Labels:

8 Comments:

Anonymous Anonymous said...

Θα το διαβάσω αύριο πρωί με καθαρό μυαλό και θα σχολιάσω αναλόγως

14/9/06 6:48 PM  
Blogger mamaloukas said...

Άντε εσύ γιορτάζεις σήμερα. χρόνια πολλά και πάλι. κοίτα να περάσεις καλά με αγαπημένα σου πρόσωπα.
άσε τα μπλογκ για αύριο

14/9/06 6:52 PM  
Blogger NinaC said...

Υποψιάζομαι έναν Ρασκόλνικωφ στη Μονμάρτρη...

Ή θα με εκπλήξετε?

15/9/06 2:19 AM  
Blogger mamaloukas said...

Αγαπητή composition doll ευχαριστώ που με διαβάζετε. Το δεύτερο μέρος δεν θ' αργήσει.

15/9/06 9:07 AM  
Anonymous Anonymous said...

έλα ωραίο, τι γίνεται παρακάτω;
Μ' αρέσει που ο αφηγητής συμμετέχει στην ιστορία και πάσχει...

15/9/06 3:26 PM  
Blogger Librofilo said...

Αργεί πολύ η συνεχεια και έχω μείνει με την αγωνία??????????

15/9/06 8:01 PM  
Anonymous Anonymous said...

Εγώ δουλεύω την Κυριακή, οπότε βάλε τη συνέχεια μέχρι τότε να την διαβάσω που θα 'μαι γραφείο.Τι θα γίνει στο τέλος;

15/9/06 8:08 PM  
Anonymous Anonymous said...

Εγώ δουλεύω την Κυριακή, οπότε βάλε τη συνέχεια μέχρι τότε να την διαβάσω που θα 'μαι γραφείο.Τι θα γίνει στο τέλος;νέχεια μέχρι τότε να την διαβάσω που θα 'μαι γραφείο.Τι θα γίνει στο τέλος;

15/9/06 8:11 PM  

Post a Comment

<< Home