Friday, July 07, 2006

In memoriam Αθανάσιος Μπρίκας (1966-2005)

Είναι ο έκτος φίλος που χάνω. Δεν είμαι καλός στις νεκρολογίες. Γενικά στο γράψιμο δεν είμαι καλός. Θέλω να πω, θέλω να γράψω, αυτά που σκέφτομαι, αυτά που θυμάμαι, αυτά που με πονάνε. Αυτά που μου έχουν μείνει για το Σάκη, το φίλο που απέκτησα στην Ιταλία στα φοιτητικά μου χρόνια.
Νότιος Ιταλία, 1988, χειμώνας, βράδυ. Νύχτα απ’ τις πέντε. Κρύο, μπουφάν κουμπωμένα. Δύο τύποι περπατάνε σε μια πόλη όπου κανείς δεν περιπατάει, κανείς δεν έχει μηχανάκι, κανείς δεν παίρνει τα λεωφορεία. Όλοι έχουν και από ένα αυτοκίνητο, ένα σαραβαλάκι έστω.
Αν δεις κάποιον να κυκλοφορεί αργά τη νύχτα, λέγανε οι Ιταλοί, ή πουτάνα θα ’ναι ή Greco. Ψέματα. Ούτε πουτάνες δεν κυκλοφορούσαν.
Στην πλατεία της μικρής πόλης μ’ ένα αρχαίο Ελληνικό θέατρο να έχει αποκαλυφθεί μόνο το μισό (και το υπόλοιπο να βρίσκεται κάτω από μεσαιωνικές εκκλησίες και κτήρια αρχών του αιώνα) υπάρχει μόνο ένα μπαρ που έχει τα φώτα του αναμμένα. Οι δύο τύποι μπαίνουν μέσα. Ο μπαρίστας τους κοιτάει επιφυλακτικά, δεν χαιρετάει, είναι αγενής αλλά φοβάται κιόλας. Οι δύο πλησιάζουν στον πάγκο. Είναι νέοι, πολύ νέοι. «Θέλουμε ν’ αγοράσουμε μια τεκίλα» του λένε. Ο μπαρίστας εκπλήσσεται, κατσουφιάζει, δεν του τυχαίνει κάτι τέτοιο συχνά. «Εκείνη, την Olmega» του λέει ο ένας. Μετά από συνεννοήσεις τους πετάει μια τιμή, συμφωνούν παίρνουν την μπουκάλα αγκαλιά και τρία κουτάκια sprite. Φεύγουν με κανονικό βήμα προς την Ασφάλεια. Δεν υπάρχει βιασύνη. Όλη η νύχτα είναι δικιά τους.
Το σπίτι του Σάκη είναι στο τέλος των γραμμών. Όμως δεν περνούν τρένα. Απλώς τα παρκάρουν εκεί οι μηχανοδηγοί. Όταν περνούν τα βαγόνια είναι άδεια. Καμιά φορά προσέχαμε κάποιες μεταλλικές ταμπέλες που είχαν ξεχαστεί πάνω τους. «Milano, Trieste, Vienna…»… Τι Βιέννη εδώ στην άκρη του κόσμου, 1000 και βάλε χιλιόμετρα για να βγεις απ’ τη χώρα, λέγαμε γελώντας και μπαίναμε μέσα, στη ζεστασιά.
Είχαμε κάνει το κλαμπ Τεκίλα μπαμπ. Βαράγαμε σφηνάκια τεκίλας με σπράιτ, καταχείμωνο. Τα χτυπούσαμε στο τραπέζι, αφρίζανε και τα κατεβάζαμε. Δε θυμάμαι πώς είχε αρχίσει. Ίσως κατάλοιπο κάποιων καλοκαιρινών καταχρήσεων. Κάθε τόσο μυούσαμε κι ένα μέλος. Η Χριστίνα, η Ζέτα, η Μαρίνα, η Αναστασία… Γράφαμε τα ονόματα πάνω στα μπουκάλια, υπογράφαμε, πράγματα εικοσάχρονων παιδιών. Κι όταν πλησίαζε το ξημέρωμα, κοιτούσαμε μεθυσμένοι τις γραμμές να βυθίζονται στο απόλυτο σκοτάδι. Ξέραμε ότι τελείωναν σύντομα, εκεί κοντά. Δεν φανταζόμασταν όμως ότι θα τελείωναν τόσο σύντομα.
Σε ένα δυο χρόνια ο Σάκης έφυγε, πήρε μεταγραφή για τη Θεσσαλονίκη. Εγώ προτίμησα το spleen του ιταλικού νότου. Ήξερα ότι θα με μπόλιαζε με συγγραφικό μελάνι για όλη μου τη ζωή.
Ξαναβρεθήκαμε μετά από πολλά χρόνια το 2004. Ήρθε στο σπίτι, γνώρισε τη Μάουρα, την τότε, τετράχρονη κόρη μου, φάγαμε κι ήπιαμε ένα κρασί.
Τον επόμενο Μάιο μου έστειλε το λεύκωμα που συνέγραψε μαζί μ’ ένα συνάδελφό του για το κάστρο του Πυθείου, κοντά στο Διδυμότειχο, όπου σαν αρχαιολόγος είχε αναλάβει εδώ και πολλά χρόνια την αναστήλωσή του. Δύο μήνες μετά, το Σάββατο 9 Ιουλίου 2005 γλίστρησε κι έπεσε από το κάστρο που τόσο αγάπησε. Υπέκυψε λίγες ώρες μετά.
Την Κυριακή στην Ορεστιάδα είναι το ετήσιο μνημόσυνο.

Labels: ,

3 Comments:

Blogger scalidi said...

Μπορεί και να έφυγε, όπως ήθελε, ποιος ξέρει! Εγώ σωπαίνω. Και όπως συνηθίζω, ανάβω ένα κεράκι εδώ στο γραφείο, έχω πάντα από δαύτα και δυστυχώς χρειάζονται συχνά...

7/7/06 12:32 PM  
Blogger el-bard said...

Άστα, ρε Δημήτρη! Είναι τρομερή περίπτωση. Είναι φοβερό πράγμα, όταν είσαι νέος, να χάνεις φίλους, ανθρώπους που μοιράστηκες ιδιαίτερες στιγμές.
Ο μεγάλος μου φίλος, αυτός που μοιράστηκε μαζί μου όλες τις εφηβικές ανησυχίες, πιανίστας (μου έμαθε να ακούω κλασική μουσική, του έμαθα ροκ) έφυγε για πάντα πριν δέκα χρόνια. Ο αγαπημένος μου συμμαθητής, τρία χρόνια στο ίδιο θρανίο, πριν δυο χρόνια από καρδιά. Το έμαθα από τρίτον. Δεν τολμώ να περάσω έξω από το μαγαζί που διατηρούσε με τον αδελφό του στη Σόλωνος. Λυώνω και αλλάζω κάθε φορά δρόμο. Μη με δει ποιος; Ο Χρήστος; Αυτός πάει, έφυγε. Να μη δω εγώ; Τι; Ίσως τα χρόνια που περάσαμε μαζί στο ίδιο θρανίο. Το κέρατό μου!

Το μνημόσυνο για το δικό σου φίλο ήταν επιβεβλημένο. Το μνημόσυνο στο blog, εννοώ. Τα θυμήθηκες και τα κατέθεσες. Ωραία και στρωτά, με συγκίνηση και σεμνότητα. Όπως αρμόζει σ' ένα ετήσιο μνημόσυνο.

7/7/06 11:30 PM  
Blogger Mamaloukas said...

Σ' ευχαριστώ Λευτέρη
όσο και να συμβιβαστείς με το θάνατο είναι τρομερό να χάνεις φίλους, νέους ακόμα.
αν έγραφα για όλους θα γέμιζε το μπλογκ νεκρολογίες
δεν ξέρεις πόσο δυσκολεύτηκα να γράψω αυτό το κειμενάκι, αλλά κι εγώ νομίζω πως θα του άρεσε του φίλου μου.
από Δευτέρα θα βάλω έναν συγγραφέα ιδανικό για τις διακοπές κι έτσι το μπλογκ μου (κι εγώ) θα αποφορτιστούμε κάπως

8/7/06 9:59 AM  

Post a Comment

<< Home