Wednesday, September 27, 2006

Τούνελ (διήγημα)

Καθώς τα σκατά καλά κρατούν είπα να βγάλω πράμα.
Και αυτό το διηγηματάκι όπως και το Μονμάρτρη είναι αδημοσίευτο. Έλεγα να τα κρατήσω με σκοπό να τα συμπεριλάβω στο μέλλον σε κάποια ανθολογία διηγημάτων, αλλά μέχρι τότε ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Καλά να 'μαστε, θα γράψω άλλα.
Το παρόν νομίζω πως δεν είναι τόσο καλό όσο το Μονμάρτρη και είχα σκοπό να το ξαναδουλέψω λίγο. Δεν πειράζει, η μοίρα του ήταν ν' ανέβει στο δίκτυο σήμερα το βράδυ.

Το αφιερώνω σε όλους τους διαδικτυακούς, φίλους και γνωστούς όπως και στους σιωπηλούς μου αναγνώστες. Ειδικά όμως στον Librofilo! (έτσι για να γίνεται χαμός, χι,χι)



Τούνελ

Του Δημήτρη Μαμαλούκα


Η ιστορία που σημάδεψε την ύπαρξή μου συνέβη όταν ήμουν νέος. Υπερβολικά νέος. Στην ηλικία που πιστεύεις ακράδαντα ότι τίποτα δεν μπορεί να σε βλάψει.
Ήταν τα ξένοιαστα χρόνια των σπουδών μου στις Βρυξέλλες. Ζούσα μόνος μου σ’ ένα καθεστώς απόλυτης ελευθερίας.
Οι γονείς μου ήταν στην Θεσσαλονίκη. Μιλούσα σχεδόν κάθε μέρα μαζί τους. Όπως είναι φυσικό δεν μπορούσαν να συνηθίσουν την ιδέα ότι είχαν χάσει πια τον έλεγχο πάνω στο μοναχογιό τους. Μου έλεγαν να προσέχω, να μην ξενυχτώ, να οδηγώ προσεκτικά και να μην τρέχω. Δεν μπορούσαν όμως να με ελέγξουν. Έκανα ό,τι ήθελα. Και αργούσα, και μεθούσα, και δεν πρόσεχα καθόλου. Τα είπαμε, τίποτα δεν μπορούσε να με αγγίξει.
Ήμουν μόλις είκοσι ετών.
Ένα φθινοπωρινό απόγευμα του Σεπτεμβρίου γνώρισα την Μάρτα. Ήταν μια ψηλή ξανθιά Γερμανίδα, με υπέροχα μάτια. Σπούδαζε πολιτικές επιστήμες, ότι κι εγώ. Πριν τελειώσει η μέρα συνειδητοποίησα ότι την είχα ερωτευτεί. Για εκείνη όμως δεν ίσχυε το ίδιο. Κάναμε παρέα, βγαίναμε μαζί, αλλά καταλάβαινα ότι δεν της είχα πει και πολλά ερωτικά. Επέμενα να την φλερτάρω και όπως κάθε γυναίκα, είχε κολακευτεί. Ένα σαββατοκύριακο με κάλεσε για σκι στο ορεινό χωριό που είχε μεγαλώσει, στη Γερμανία. Πήγαμε μαζί με το τρένο μέσα από μια μαγευτική διαδρομή. Πέρασα υπέροχα κι αυτό γιατί εκεί φιληθήκαμε για πρώτη φορά.
Δεν ξαναπήγαμε στο χωριό της γιατί όλα τα επόμενα σαββατοκύριακα τα περάσαμε στο σπίτι μου και για να κυριολεκτώ, στο κρεβάτι μου. Ακολούθησαν υπέροχες μέρες. Όπως θεωρούσαμε ότι δεν κινδυνεύαμε από τίποτα, έτσι νομίζαμε ότι ο έρωτάς μας ήταν δυνατός σαν γροθιά πυγμάχου.
Εκείνες ήταν οι τελευταίες μέρες του παλιού, άφοβου εαυτού μου. Τις θυμάμαι σαν όνειρο. Που έμελλε να σβήσει μια εβδομάδα αργότερα.
Ήταν το πρώτο σαββατοκύριακο του Δεκεμβρίου που η Μάρτα αναγκάστηκε να πάει στο πατρικό της για να παρευρεθεί στο γάμο της πρώτης της ξαδέρφης. Την συνόδεψα στο σταθμό των τρένων την Παρασκευή το μεσημέρι. Δυστυχώς δεν μπορούσα να πάω μαζί της γιατί το επόμενο πρωί έδινα εξετάσεις σ’ ένα σημαντικό μάθημα. Δεν ήταν και το τέλος του κόσμου. Την Κυριακή το βράδυ θα την έσφιγγα και πάλι στην αγκαλιά μου. Δύο βράδια ήταν μόνο. Μήπως δεν είχα τι να κάνω; Μήπως δεν είχα τρελοπαρέα να κάνουμε ό,τι γουστάραμε; Να ξενυχτήσουμε και να μεθύσουμε αμέσως μετά τις εξετάσεις; Είχα. Είχα απ’ όλα. Στο μυαλό μου όμως εκείνες τις μέρες στριφογυρνούσε μόνο η Μάρτα.
Το Σάββατο το πρωί έδωσα τις εξετάσεις. Πήγα πολύ καλύτερα απ’ ό,τι φανταζόμουν. Μου έκατσαν όλα τα θέματα. Πίστεψα ότι ήμουν τυχερός. Ίσως ήμουν, αλλά ίσως να μην έπρεπε να προκαλέσω άλλο την τύχη μου. Ίσως η μοίρα μου να μην ήθελε να δω τη Μάρτα πριν απ’ το βράδυ της Κυριακής. Εγώ όμως ήθελα να πάω κοντά της όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ίσως αυτό ήταν το λάθος μου.
Αντί να μείνω με τους φίλους μου και να γλεντήσουμε μέχρι τελικής πτώσεως έτρεξα σπίτι, ετοίμασα ένα σάκο κι έφυγα για το σταθμό. Κόντευε τέσσερις κι η θερμοκρασία ήταν πλην τρεις βαθμούς. Αυτό σήμαινε πλην δέκα τουλάχιστον στο χωριό της Μάρτα. Σκεφτόμουν από τώρα την έκπληξη που θα της έκανα. Πώς θα έλαμπε το πρόσωπό της, πώς θα με αγκάλιαζε, πώς θα με φιλούσε, τι θα έλεγε.
Έβγαλα εισιτήριο και λίγο μετά ανέβηκα στο τρένο. Σε μια ώρα άλλαξα αμαξοστοιχία παίρνοντας το τοπικό τρένο για το ορεινό χωριό. Θυμάμαι ακριβώς πόσα βαγόνια είχε ο συρμός. Εφτά. Κι εγώ διάλεξα το τρίτο. Τα κουπέ ήταν μισοάδεια. Ήταν βλέπετε, Σάββατο βράδυ. Όποιος ήταν να πάει για σαββατοκύριακο στα ορεινά χωριουδάκια, είχε ήδη πάει. Έτσι ήταν. Μάλλον το ίδιο θα ισχυριζόταν κι η μοίρα μου.
Όποιος ήταν να πάει, έχει ήδη πάει.
Γιατί δεν είχα περιμένει άλλο ένα βράδυ; Άλλο ένα βράδυ, διάολε.
Πρόσεχε παιδί μου.
Βρήκα ένα άδειο κουπέ. Λίγο μετά μπήκε μια νέα γυναίκα μαζί με το τρίχρονο αγοράκι της. Γύρω απ’ το λαιμό της ήταν πλεγμένο ένα μάλλινο, ολοκόκκινο κασκόλ. Με χαιρέτησε πρώτη στα γερμανικά. Απάντησα χρησιμοποιώντας μια απ’ τις δέκα περίπου λέξεις που ήξερα σ’ αυτή τη γλώσσα. Με τη Μάρτα βλέπετε μιλούσαμε αγγλικά, αν και στη σχέση μας δεν χρειαζόμασταν τόσο πολύ τα λόγια.
Τα γλυκά κίτρινα φώτα κι η δυνατή θέρμανση έδιναν μια αίσθηση θαλπωρής στο κουπέ, ενώ έξω ο αέρας λυσσομανούσε παγώνοντας τα πάντα. Κοιτούσα το ρολόι μου χαμογελώντας που σε λιγότερο από μιάμιση ώρα θα κατέβαινα στο μικρό σταθμό του χωριού της Μάρτα και θα πήγαινα με τα πόδια στο σπίτι της.
Μ’ ένα απαλό κούνημα ξεκινήσαμε. Την ίδια στιγμή ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μπήκε στο κουπέ και κάθισαν μαζί μας. Δεν πέρασε πολύ ώρα κι άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους και ν’ αστειεύονται με το αγοράκι, στα γερμανικά. Δεν είχα τίποτα να διαβάσω και δεν μπορούσα να δω έξω λόγω της νύχτας που είχε πέσει.
Στο μυαλό μου γύριζαν ένα σωρό πράγματα. Τα μαθήματα, η νοσταλγία για την Ελλάδα, οι γονείς μου, η Μάρτα, ο έρωτάς μας. Σ’ ένα πράγμα δεν πήγαινε ποτέ ο νους μου: Στο κακό.
Μετά από είκοσι λεπτά άρχισαν τα πρώτα τούνελ. Κάθε τόσο χανόμασταν μέσα σε μικρές και μεγάλες σήραγγες που τρυπούσαν τα βουνά. Συχνά τα φώτα έσβηναν για πολύ λίγο βυθίζοντάς μας στο απόλυτο σκοτάδι. Όταν ξανάναβαν όλοι χαμογελούσαμε.
Λίγο μετά φτάσαμε στο μεγάλο τούνελ. Καθώς το διασχίζαμε το τρένο άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα ώσπου σιγά σιγά σταμάτησε. Τα φώτα τρεμόπαιξαν κι έσβησαν ξανά για μια στιγμή. Όλοι γελάσαμε και πάλι, μαζί κι εγώ, γιατί βλέπετε αυτό ήταν το μόνο αστείο που καταλάβαινα. Σηκώθηκα για να ξεμουδιάσω. Θυμήθηκα ότι μετά απ’ το μεγάλο τούνελ το χωριό της Μάρτα ήταν η δεύτερη στάση. Βγήκα στο διάδρομο κι άνοιξα το παράθυρο. Έβγαλα το κεφάλι μου έξω κι ο παγωμένος αέρας με χτύπησε στο πρόσωπο. Δεν φαινόταν παρά μόνο το σκοτεινό, κοίλο τοίχωμα της στοάς. Ήταν φυσιολογικό. Δεν μπορούσες να δεις τίποτα. Ήταν νύχτα βαθιά κι ήμασταν μέσα στη σήραγγα. Μύρισα όμως κάτι. Λιγουλάκι. Υπήρχε λίγος καπνός. Μύριζε άσχημα. Δεν ήξερα αν ήταν φυσιολογικό να υπάρχει αυτός ο λίγος καπνός. Ίσως ήταν υπερβολικά πολύς αυτός ο καπνός.
Έβαλα μέσα το κεφάλι και γύρισα στους συνταξιδιώτες μου. Τους είπα μια μόνο πρόταση. Η μοναδική που μου έδωσε σημασία ήταν η νεαρή μητέρα. Το πρόσεξα στα μάτια της. Είχε καταλάβει τι είχα πει. Είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο. Από τι κινδύνευε. Δεν θέλησε όμως να το πιστέψει, να το παραδεχτεί. Δεν ανησύχησε. Δεν ήθελε ν’ ανησυχεί. Δεν θα συνέβαινε σ’ εκείνη. Όχι τουλάχιστον σήμερα που είχε μαζί της το παιδί. Προσπάθησε να χαμογελάσει, αγνοώντας ένα ψύχος που άρχισε να την παγώνει μέσα της. Μια σκέψη, μια φριχτή σκέψη.
Αχ, ας κυλήσει και πάλι το τρένο. Ας κυλούσε κι αυτό το ψύχος θα έσβηνε μεμιάς. Θα χαμογελούσε και πάλι. Ανακουφισμένη. Θα χαμογελούσε πραγματικά κι όχι σφιγμένα όπως τώρα. Σκεφτόταν γιατί αυτός ο ψηλός ξένος να τη φοβίσει τόσο;
«Υπάρχει καπνός έξω…»
Αυτό είχα πει στ’ αγγλικά. Δεν ξέρω γιατί δεν είχα περιμένει ένα σχόλιο απ’ τη μητέρα. Δεν ξέρω γιατί δεν το ‘χα ξαναπεί ώστε να με προσέξει και το ηλικιωμένο ζευγάρι. Δεν είχα περιμένει άλλο. Χωρίς να πάρω το σάκο μου και το μπουφάν μου βάδισα γοργά προς το τέλος του βαγονιού παραμερίζοντας άντρες και γυναίκες που συζητούσαν ζωηρά σ’ αυτή τη γλώσσα που δεν γνώριζα. Έφτασα στην πόρτα του βαγονιού και με μια αποφασιστική κίνηση την άνοιξα με δύναμη.
Η μυρωδιά του καμένου με γέμισε με τη μία. Καμένο. Λάστιχο, πλαστικό ή κάτι άλλο. Ταυτόχρονα ο καπνός εισχώρησε στα πνευμόνια μου. Μόνο για ένα δευτερόλεπτο σκέφτηκα να κλείσω την πόρτα και ν’ αφήσω τον καπνό έξω απ’ τη ζεστασιά του βαγονιού. Αμέσως μετά κατέβηκα τα τρία ψηλά κι απότομα σκαλιά του βαγονιού και πήδηξα στο χοντρό μαυρισμένο χαλίκι.
Δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα. Δεν μπορούσα να καταλάβω από πού ερχόταν ο καπνός. Τ’ αυτιά μου αντίθετα, συλλάμβαναν δεκάδες ερεθίσματα. Όχι κραυγές ή κλάματα, μόνο ανθρώπινες φωνές. Σ’ αυτή την καταραμένη άγνωστη γλώσσα. Συζητούσαν ζωηρά, άλλοι ανήσυχοι, άλλοι καθησυχαστικοί. Κι υπήρχε κι ένα κακαριστό γέλιο που ξεχώριζε. Δεν θυμάμαι πόσες φορές το άκουσα. Ίσως ήταν στη φαντασία μου, αλλά ακόμα κι όταν πολύ αργότερα οι κραυγές αντηχούσαν φρικιαστικές, το κακαριστό γέλιο συνέχιζε.
Διάλεξα να προχωρήσω προς τα πίσω. Δεν ξέρω γιατί. Ποτέ μου δεν έμαθα. Βάδιζα κάτω από τα ακινητοποιημένα βαγόνια, κάτω απ’ τα φωτισμένα παράθυρα, κάτω απ’ τα γεμάτα απορία ανθρώπινα πρόσωπα. Το αριστερό μου χέρι μου χάιδευε το βρόμικο παγωμένο μέταλλο των βαγονιών καθώς προσπαθούσα να περπατήσω γρήγορα πάνω στα μεγάλα κοφτερά χαλίκια. Έπεσα αρκετές φορές. Έσκισα το παντελόνι μου. Πλήγιασα τα γόνατά μου, έσκισα τις παλάμες μου. Όμως προχώρησα. Στο τέλος του συρμού τράκαρα πάνω σ’ έναν άντρα και πέσαμε κι οι δύο κάτω. Μου φώναξε στα γερμανικά. Η φωνή του δεν είχε θυμό. Μόνο αγωνία. Τον άφησα πίσω και συνέχισα. Όταν τα βαγόνια τελείωσαν, χάθηκαν και τα φώτα τους. Κι ο καπνός έμπαινε τώρα μέσα στα πνευμόνια μου ορμητικά. Τα μάτια μου έτρεχαν, η μύτη μου είχε βουλώσει. Θυμήθηκα τη μητέρα μου.
Να προσέχεις παιδί μου.
Θυμήθηκα εμένα.
Δεν μπορούσες να περιμένεις άλλο ένα βράδυ; Μόνο ένα βράδυ.
Έκανα δεξιά και τα δάχτυλά μου ακούμπησαν τον τοίχο της στοάς. Συνέχισα να προχωρώ. Ακουμπούσα τα τούβλα και συνέχιζα. Με κλειστά τα μάτια. Αναπνέοντας καπνό. Ανακυκλώνοντας καπνό. Μαύρο και καπνός. Δάκρυα. Η μητέρα μου. Η Μάρτα. Που δεν ήξερε. Η Μάρτα. Που δεν με περίμενε.
Δεν μπορούσες να περιμένεις άλλο ένα βράδυ;
Πρόσεχε παιδί μου.
Προχωρούσα ολοένα. Έλεγα, άλλο ένα βήμα. Άλλη μια χεριά. Άλλο ένα γέρικο τούβλο. Ν’ ακουμπήσουν τα δάχτυλά μου άλλο ένα τούβλο. Να μη βήξω, να μην εισπνεύσω βαθιά άλλο τέτοιο καπνό. Πώς να κατεβάζω λίγο καθαρό αέρα; Πώς να περπατώ πιο γρήγορα; Άλλο ένα τούβλο. Άλλο ένα βήμα. Να νιώσω να τρίζουν τα χοντρά χαλίκια κάτω απ’ τα παπούτσια μου. Πάλι. Δεν έχω να ελπίζω σε φως στην άκρη του τούνελ. Μόνο στον καθαρό αέρα, στη νύχτα, στον απέραντο ουρανό. Να δω ξανά τον ουρανό. Ο καπνός να σταματήσει να μπαίνει μέσα μου, τα μάτια μου να σταματήσουν τον ποταμό δακρύων. Άλλο ένα τουβλάκι.
Αργότερα έμαθα πως ο καπνός ερχόταν από μπροστά. Δεν ξέρω γιατί πήγα προς τα πίσω. Ίσως κάποιος μου το υπέδειξε. Ίσως ήταν ο ίδιος που με συνόδεψε και μ’ έκανε να περπατήσω τα τρία χιλιόμετρα της σήραγγας. Ίσως ήταν εκείνος που έστελνε λίγο καθαρό αέρα στα πνευμόνια μου για να μπορώ να βαδίζω. Προς την έξοδο. Προς τη σωτηρία.
Θυμάμαι ένα δυνατό φως, ένα δυνατό φακό. Θυμάμαι που ξάπλωσα στο παγωμένο χορτάρι. Καθαρός αέρας μπήκε μέσα μου. Το στήθος μου που έκαιγε. Θυμάμαι που ξεχώρισα ένα αστέρι στον ουρανό. Κι έπειτα είδα μπροστά μου ένα ολοκόκκινο
κασκόλ;
μπουφάν κι από πάνω δυο γαλάζια δακρυσμένα μάτια. Μια πυροσβέστης, τραβώντας μου την μάσκα οξυγόνου μου έκανε μια ερώτηση που έπρεπε να έχω κάνει εγώ σ’ αυτή. Ήταν στα γερμανικά αλλά, στο διάολο, την κατάλαβα.
«Το τρένο;»
Το τρένο είχε χαθεί μέσα στη φωτιά και στους καπνούς. Ακόμη και σήμερα δεν θέλησα να μάθω ποτέ την αιτία. Μου έφτανε που έμαθα ότι οι υπόλοιποι ενενήντα έξι επιβάτες είχαν βρει φρικτό θάνατο.
Τριάντα χρόνια μετά εξακολουθώ να έχω αναπνευστικά προβλήματα. Οι πνεύμονές μου δεν κατάφεραν ποτέ να καθαρίσουν εντελώς απ’ το μαύρο καπνό. Οι γιατροί μου συνέστησαν καθαρό αέρα. Και καθαρός αέρας υπάρχει στα ορεινά χωριά, σαν εκείνο της Μάρτα, που γρήγορα χαθήκαμε και δεν ξαναείδα. Κι εγώ σε ορεινό χωριό δεν ξαναπήγα ποτέ μου.
Για πολύ καιρό οι εφιάλτες στοίχειωναν τον ύπνο μου, σιγά σιγά όμως αραίωσαν και τώρα μπορεί να περάσει και μια βδομάδα χωρίς να δω μπροστά μου το μοιραίο τρένο, ή την πορεία μου μέσα στο σκοτάδι. Δύο πράγματα όμως μένουν χαραγμένα ανεξίτηλα μέσα μου. Το κόκκινο κασκόλ της νεαρής μητέρας και το κακαριστό γέλιο…

Fin

Labels:

Wednesday, September 20, 2006

Μπουαλό Ναρσεράκ Οι λύκαινες (κριτική)


Απ’ τη μια κόλαση στην άλλη


Boileau – Narcejac Οι λύκαινες, μυθιστόρημα, μτφρ. Εύη Γεροκώστα, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2005, σελ. 207.

Βρισκόμαστε στα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ο νεαρός Ζερβέ φτάνει μια νύχτα στη Λυών μαζί με τον συγκρατούμενό του Μπερνάρ. Είναι κρυμμένοι σ’ ένα βαγόνι μιας εμπορικής αμαξοστοιχίας καθώς λίγες μέρες πριν έχουν αποδράσει από ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων. Από τις πρώτες σελίδες καταλαβαίνουμε πως ο Ζερβέ είναι εξουθενωμένος. Όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά. Το μόνο που αποζητά είναι να γλιτώσει κι έπειτα να ζήσει μια ήσυχη ζωή. Όμως μόνος του δεν τα καταφέρνει. Τα νεύρα του είναι σπασμένα και οι αντοχές του στα τελευταία τους.
Ο Μπερνάρ αντίθετα δείχνει να έχει αστείρευτες δυνάμεις. Τον οδηγεί, τον συμβουλεύει, του δίνει κουράγιο. Είναι σίγουρος πως θα τα καταφέρουν να φτάσουν στο σπίτι της Ελέν με την οποία αλληλογραφούσε όσο ήταν στο στρατόπεδο. Εκείνη τον περιμένει. Η σωτηρία τους είναι κοντά. Όμως λίγες στιγμές αφότου πηδήσουν απ’ το βαγόνι μέσα στην ομίχλη ένα τρένο θα χτυπήσει τον Μπερνάρ και θα τον σκοτώσει. Στον νεαρό Ζερβέ απομένει μόνο μια λύση. Να πάρει την ταυτότητα του Μπερνάρ και να υποδυθεί πως είναι αυτός.
Βρίσκει το σπίτι, η Ελέν τον υποδέχεται και μαζί της η Ανιές, η ετεροθαλής αδερφή της που δηλώνει ότι μπορεί να προβλέψει το μέλλον. Στο σπίτι τους ο Ζερβέ θα βρει καταφύγιο για να ξεκουράσει το σώμα του, γρήγορα όμως θα καταλάβει πως δραπέτευσε από μια κόλαση για να βρεθεί σε μια άλλη πολύ χειρότερη…
Πρόκειται για ένα νουάρ μυθιστόρημα του διάσημου δίδυμου των Γάλλων συγγραφέων Μπουαλό - Ναρσεράκ που είδαν τα έργα τους να μεταφέρονται στον κινηματογράφο από σκηνοθέτες όπως ο Χίτσκοκ (Ο δεσμώτης του ιλίγγου) και ο Α. Κλουζό (Οι διαβολογυναίκες).
Η αγωνία, το αγαπημένο στοιχείο των συγγραφέων, είναι και πάλι παρούσα σε όλο το φάσμα του βιβλίου. Ο ευαίσθητος Ζερβέ νιώθει συνέχεια φόβο. Έξω, στη θλιβερή Λυών με τα σκοτεινά στενά της δρομάκια ποτισμένα υγρασία και ομίχλη υπάρχουν οι συχνές περίπολοι των κατακτητών, αλλά και μέσα στο τεράστιο σκοτεινό σπίτι που έχει βρει καταφύγιο νιώθει τον κίνδυνο να παραμονεύει μέσα στα πράα και φαινομενικά αδύναμα πρόσωπα των δύο γυναικών που τον διεκδικούν ερωτικά. Οι γυναίκες του σπιτιού τον τυλίγουν στο ιστό τους σιγά σιγά κι εκείνος τρέμει τη στιγμή που θα αποκαλυφθεί ότι δεν είναι ο Μπερνάρ και θα βρεθεί πάλι στο δρόμο χωρίς τίποτα.
Η αγωνία που κυκλώνει τον πρωταγωνιστή μεταφέρεται στον αναγνώστη. Αιχμαλωτίζεται από τη μεστή, περιεκτική γραφή και αδυνατεί να ξεφύγει όπως ο Ζερβέ δεν μπορεί να αποδράσει από τη Λυών και τις αινιγματικές αδερφές. Η αλλαγή της ταυτότητας, η προσπάθεια του Ζερβέ να ξεπεράσει τις αδυναμίες του και να μπορέσει να διαφυλάξει όσο περισσότερο το μυστικό του είναι δοσμένα με μαεστρία. Λιγότερο ο πιο αδύναμος και αντιφατικός χαρακτήρας της Ανιές και τα κάπως βεβιασμένα ερωτικά παιχνίδια με τον πρωταγωνιστή. Ο ρυθμός του βιβλίου όμως κυλάει ικανοποιητικά καθώς οι συγγραφείς καθυστερούν άριστα τις αναπόφευκτες εξελίξεις δυναμώνοντας το σασπένς μέχρι η υπόθεση να προχωρήσει και να φτάσουμε σε μια κρίσιμη καμπή.
Από κει και πέρα τα δύο τελευταία κεφάλαια είναι τα πιο δυνατά, τα πιο γοητευτικά, αλλά ταυτόχρονα και τα πιο σκληρά του βιβλίου. Ανάλογα τον αναγνώστη –τους επηρεασμούς του, την αναγνωστική του εμπειρία και την υποκειμενικότητά του- μπορούν να κρύβουν την τελική λύση, την τελική ανατροπή ή την πιο φυσική εξέλιξη της ιστορίας χωρίς καμία έκπληξη.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή

Labels: ,

Monday, September 18, 2006

Στο Σκουφάκι μ' αρέσει να γδύνομαι! (διήγημα Μέρος δεύτερον)

Στο σκουφάκι μ' αρέσει να γδύνομαι!
Μέρος δεύτερον 2 από 2

στους νέους συγγραφείς και τις κυρίες πειρασμούς


...σκέψεις που ποιος ξέρει αν ποτέ θα δουν το φως της δημοσιότητας…
"Κύριε Φτασμένε εδώ! Εδώ είμαι! Καλημέρα σας!» Μουρμουράει «Μμμμ.. ναι παιδί μου, γεια σου». Του τραβώ την καρέκλα και τον καθίζω απέναντι μου, μισοκρύβωντας την κολασμένη γκόμενα.
«Θα πάρετε κάτι κύριε Φτασμένε;»
«Μμμμμ.. ναι.. θα πάρω ένα τσάι… πίνω μόνο τσάι… γιατί… μμμμμ…στο καφέ ποιος ξέρει τι ρίχνουν… μμμμμ…»
Μια γυναικεία φωνή έσκισε τον αέρα.
«Πάντως αντικούκου, γέρο, αποκλείεται να ρίχνουν! Τσαγάκι λοιπόν;
Ίσως αν ο εγκέλαδος είχε ξυπνήσει ξαφνικά και μας είχε βάλει όλους μαζί με το Σκουφάκι στα υπόγεια της πολυκατοικίας να είχα μείνει πιο ψύχραιμος. Είχε σηκωθεί ο Πειρασμός, η Ηδονή, η Αμαρτία, είχε πει τα παραπάνω στον Φτασμένο κι είχε φύγει για μέσα. Για να του φέρει το τσάι; Ούτε κι εγώ ήξερα. Τα ‘χα χαμένα. Αλλά χαμένα τα ‘χε κι ο Φτασμένος.
«Τι είναι αυτό το αντικούκου ξέρετε;» Τι να ‘λεγα; «Όχι κύριε Φτασμένε, μη δίνετε σημασία, τις ξέρετε τώρα αυτές τις φευγάτες».
«Με είπε και γέρο!»
«Σοβαρά; Εγώ δεν άκουσα τίποτα. Τέλος πάντων, το βρήκατε εύκολα το καφέ;»
«Ναι, ναι αλλά μμμ… πολύ φασαρία βρε παιδί μου…» Στράβωσε τα μούτρα και βολεύτηκε όπως μπορούσε στη καρέκλα του. Μας πλησίασε η γκαρσόνα και πριν της μιλήσω με πρόλαβε:
«Το τσάι, σας το κερνάει η κοπέλα και επέμενε να το φέρει εκείνη. Θέλετε τίποτ’ άλλο;»
«Ναι, ένα Bushmills μ’ ένα πάγο». Μας καθάρισε το τραπέζι, μάζεψε τις άδειες μπύρες και μας άφησε μόνους. Ο Φτασμένος καθάρισε το λαιμό του αφήνοντας χαρακτηριστικούς ήχους που ανακάτεψαν το δικό μου στομάχι.
«Λοιπόν κύριε Νίκο;… ή κύριε Γιάννη; Ποιο είναι το σωστό;»
«Γιάννης. Γιάννης είναι το επώνυμο, κύριε Φτασμένε μου».
«Μάλιστα. Ας είναι. Αν και με τέτοιο όνομα… ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά. Λοιπόν ήρθα εδώ γιατί μου το ζήτησαν ως χάρη. Παρέλαβα το γραπτό σας και το κοίταξα… με καταλαβαίνετε;»
«Ναι, ναι βεβαίως!»
«… και μπορώ να πω ότι περιέργως για το νεαρό της ηλικίας σας έχει κάποιες αρετές καθώς επίσης και….»
«Έτοιμο το τσαγάκι σας!»
Σαν τις χειρότερες τύψεις, σαν τις πιο αηδιαστικές στιγμές που κάποια στιγμή καταφέρνουμε να τις ξεχάσουμε, καταχωνιάζοντας τις στα πιο απομονωμένα υπόγεια του μυαλού μας κι εκείνες για να μας εκδικηθούν αναβλύζουν τις πιο ακατάλληλες στιγμές, έτσι κι η γκόμενα από δίπλα. Μας έκοψε στο καλύτερο. Και όχι μόνο. Κρατούσε ένα φλιτζάνι γεμάτο αχνιστό νερό και πλησίαζε. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Δεν υπήρχε… δεν υπήρχε… το… το κίτρινο… το σκατάκι… το πωςτολένε… το φακελάκι του τσαγιού! Ήταν όμως αργά.
Με μια αεροπλανική φιγούρα το φλιτζάνι αποχαιρέτησε τα βελούδινα χέρια της, έκανε μια πτήση θανάτου και προσγειώθηκε στο γόνατό μου, συγκεκριμένα στο μπλε τζιν μου, κι έπειτα στο ξύλινο πάτωμα όπου και αποχαιρέτησε το μάταιο αυτό κόσμο σπάζοντας σε χίλια κομμάτια. Το καυτό νερό αγκάλιασε το δέρμα μου σαν μουγκρί και το έσφιξε τόσο μέχρι που…. μούγκρισα απ’ τον πόνο. Έλουσε δε, τα πόδια τόσο του Φτασμένου όσο και τις γόβες της υπαίτιας. Εκείνη γελούσε, κι ήταν το γέλιο ενός διακορευμένου αγγέλου στην κόλαση. Γελούσε και γύρω απ’ τα μαλλιά της διακρινόταν μια ανάλαφρη αύρα ζωής.
«Ω! Με συγχωρείτε, τι αδέξια! Ελάτε, πρέπει να το σκουπίσουμε, να το καθαρίσουμε!» Και πιάνοντας μου το χέρι, άρχισε να με τραβά. Το όλο σκηνικό άρχισε να παίρνει μια σουρεαλιστική χροιά καθώς είχε έρθει η γκαρσόνα και προσπαθούσε να μαζέψει τα σπασμένα κομμάτια, ο Φτασμένος αναμασούσε και δαγκωνόταν σιγομουρμουρίζοντας ίσως κατάρες, ίσως ξόρκια, εμένα το πόδι μου έκαιγε, τσουρούφλιζε, ΠΟΝΑΓΕ!, ήθελα να μάθω για το γραπτό μου κι εκείνη, η μοιραία ύπαρξη να με μαγνητίζει και να με παρασύρει, σαν σε όνειρο, προς τα μέσα. Διασχίσαμε την μπάρα κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τα σκαλιά προς την τουαλέτα…
Μπροστά στο νεροχύτη όρμησε πάνω μου. Κόλλησε σαν βδέλλα ρουφώντας με μανία τα χείλη μου και τρίβοντας το κορμί της πάνω μου. Οπισθοχώρησα ανακτώντας μια ανάσα. Χαμογέλασα χαζά. Κι αυτό που είπα ήταν ακόμα πιο χαζό. «Ε, τι κάνεις;» Εκείνη ξαναπέρασε στην επίθεση.
«Σε θέλω μωρό μου, μ’ αρέσεις. Σε γουστάρω». Αδυνατούσα ν’ αρθρώσω λέξη γιατί με μια κίνηση είχε ρίξει το πουκάμισο στους ώμους κι είχε προτάξει το βαρύ στήθος της κατά πάνω μου. Το χάζεψα. Ήταν απειλητικό, επιθετικό, συγκλονιστικό. Το έφερε ακόμα πιο κοντά μου μέχρι που οι ρώγες ακούμπησαν το πουκάμισο μου. Ψέλλισα: «Μη, δεν πρέπει» και ταυτόχρονα σήκωσα τα χέρια ψηλά σαν να παραδινόμουν. Μισάνοιξε τα χείλη και είπε ηδονικά σαν την Μάγκυ παλιά, στα μηνύματα της Telestet:
«Πρέπει μωρό μου… γιατί εμένα στο Σκουφάκι μ’ αρέσει να γδύνομαι…» κι έκανε να μου ξαναορμήσει. Με κυρίευσε πανικός. Άρχισαν να χτυπούν οι σειρήνες των συναγερμών μου. Βγήκαν οι διάολοι (όρμα, βλήμα), βγήκε κι ο αγγελάκος μου (μη, μη, μη), να σου κι η στοιχειωμένη εικόνα του Φτασμένου (περιμένει!) μαζί κι όλη η αλυσίδα που θα με οδηγούσε στην καθιέρωση ως καλλιτέχνη. Έκανα να φύγω. Δεν ήθελε.
«Πού πας μωρό μου, θα περάσουμε καλά, θα δεις!» Νικάει το καλό (ή μήπως όχι;), δίνω μια και την απωθώ, τρέχω κι ανεβαίνω αγκομαχώντας τις σκάλες.
Προσπαθώ να συνέλθω, να επιστρέψω πίσω, να διασχίσω το κόσμο και να προσπαθήσω να σώσω ό,τι σώζεται απ’ τη συνάντηση μου με τον Φτασμένο. Τον βρίσκω να πιπιλάει σαν μωρό ένα καινούργιο τσάι που του ‘χουν φέρει. Με κοιτά περίεργα. «Λοιπόν παιδί μου, μμμ.. όλα εντάξει;»
«Μάλιστα, εεε με συγχωρείτε για…»
«Ναι, ναι καταλαβαίνω, ας το ξεχάσουμε, μμμμ…. όπως λοιπόν σου έλεγα διάβασα το χειρόγραφό σου με προσοχή…» Δεν συνέχισε τη φράση του γιατί το βλέμμα του ανήσυχο, εγκλωβίστηκε σε κάτι ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μου. Ταυτόχρονα ένα χέρι ακούμπησε στον ώμο μου. Ξεχώρισα το άρωμα της. Μια στάλα ιδρώτα ξεκίνησε να κυλά απ’ το μέτωπο μου. Έστρεψα μόνο τις κόρες των ματιών μου τρέμοντας λες και κάποιος είχε ακουμπήσει ένα όπλο στο σβέρκο μου. Κρατούσε το ουίσκι μου. Μου το πάσαρε χαμογελώντας και χωρίς να δώσει συνέχεια επέστρεψε στη θέση της. Αμέσως στράφηκα στον Φτασμένο.
«Λοιπόν, πιστεύετε ότι μπορεί να εκδοθεί κύριε Φτασμένε;»
«Μμμμ… όπως όλοι οι νέοι. Βιάζεστε, βιάζεστε αγαπητέ μου…. Το μυαλό σας είναι μόνο στο αν θα εκδοθεί το γραπτό σας…. Ενώ.. πρέπει μμμ… να κοιτάτε να γράφετε καλά…»
«Μα ξέρετε… πέντε χρόνια δουλεύω αυτό το μυθιστόρημα, είμαι τριανταπέντε χρονών, πότε θα βγάλω το πρώτο μου βιβλίο; Και αν δεν … κάνω λάθος… κι εσείς… το πρώτο σας βιβλίο το “Αγριολούλουδο κι η Νεραντζιά” το βγάλατε στα είκοσί σας…» Η απάντηση μου τον έκανε να καγχάσει.
«Α! Μα ήταν άλλες εποχές τότε αγαπητέ μου! Τότε δεν υπήρχαν τόσοι εκδότες, τότε κάναμε θυσίες για να βγάλουμε τα βιβλία μας! Ούτε μπορείς να φανταστείς εγώ τι αγώνες έδωσα, τι προσπάθειες κατέβαλα για να…» Ο Φτασμένος είχε αποφασίσει να διηγηθεί όλα τα κατορθώματα του και συνέχιζε να περιαυτολογεί έχοντας πάρει ένα περισπούδαστο ύφος που απαιτούσε ύψιστο σεβασμό. Εμένα μου έφερνε νύστα και βαρεμάρα. Ήπια και λίγο απ’ το ουίσκι μου όταν ξαφνικά και χωρίς έντονα σημάδια προειδοποίησης μου ήρθε να κατουρήσω. Μέσα σε τρία λεπτά από έντονη ανάγκη πέρασα σε επιτακτική και λίγο μετά νόμιζα ότι θα μου έφευγαν. Ήταν αδύνατο να κρατηθώ. Εκείνος συνέχιζε τη μονότονη διάλεξη – θαυμασμό για το πρόσωπό του, τι είχε καταφέρει, πόσο είχε μοχθήσει κι άλλα σχετικά ρουφώντας το τσαγάκι του και βγάζοντας ατέλειωτα μμμμμ. Είχα μισοσηκωθεί απ’ την καρέκλα μου όταν άκουσα το «ψιτ». Ελαφρύ όσο ένα ολομέταξο φουλάρι, ναζιάρικο όσο το τρίψιμο της γάτας. Ξανακτυπούσε. Απευθυνόταν σε μένα και έγινε αντιληπτό μόνο από μένα. Γύρισα προς το μέρος της κι εκείνη μου ‘κλεισε το μάτι. Αν έμενα ένα λεπτό ακόμα θα τα ‘κανα πάνω μου. Ζήτησα συγνώμη και κατευθύνθηκα για την τουαλέτα. Κατέβηκα τα τρεμάμενα σκαλιά, άνοιξα την πόρτα κι ανακουφιζόμουν για τουλάχιστον δύο λεπτά. Βγαίνοντας με περίμενε. Δεν μιλούσε. Δοκίμασα να περάσω δίπλα της και μ’ αγκάλιασε κολλώντας τα χείλη της στα δικά μου. Γεύτηκα το λικέρ που έπινε, ίσως Cointreau, ίσως Grand Marnier. Δεν αντιστάθηκα στο φιλί, ούτε θυμάμαι πόσο κράτησε, είχα αρχίσει να ζαλίζομαι όταν οδήγησε το χέρι μου πάνω στο στήθος της. Ήταν θεσπέσιο ακόμα και πάνω απ’ το φανελάκι. Σαν αστραπή είδα την εφιαλτική μορφή του Φτασμένου. Ταυτόχρονα το χέρι μου είχε βρει από μόνο του την δίοδο που οδηγούσε στον παράδεισο. Είχε τρυπώσει κάτω απ’ το ύφασμα και έσφιγγε τώρα ευχαριστημένο τη διψασμένη ρώγα. (Χέσε το Φτασμένο! Συγγραφέας; Θες πραγματικά να γίνεις συγγραφέας; Πήδα ρε μαλάκα! Πόσο μπορείς να περιμένεις για το βιβλίο σου; Ένα πήδημα είναι! Τίποτ’ άλλο! Όρμα ρε!) Οι σκέψεις έπνιγαν το μυαλό μου. Ένιωθα να μου ‘ρχεται εγκεφαλικό. Την έσπρωξα πίσω.
«Χριστέ μου, γιατί να τύχεις τώρα! Δεν μπορείς να περιμένεις λίγο; Η συνάντηση με τον γέρο είναι για μένα πολύ σημαντική. Παίζεται… παίζεται η καριέρα μου, η ζωή μου τέλος πάντων! Είναι σημαντικό!» Γελούσε ολόκληρη κι αυτό την έκανε πιο ποθητή. Η βραχνή φωνή της στριφογύρισε στ’ αυτιά μου που δεν πίστευαν τι άκουγαν: «Υπάρχει μωρό μου τίποτα πιο σημαντικό για σένα απ’ το ότι σε θέλω μέσα μου… τώρα!» και μ’ έπιασε εκεί που πιάνονται κι οι ποδοσφαιριστές στο τείχος. Την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα της γυναικείας τουαλέτας και μια κοντή σαραβαλιασμένη σαραντάρα πετάχτηκε έξω. Μας κοίταξε σαν να ‘μαστε διεστραμμένοι παιδοσοδομιστές κι εγώ εκμεταλλεύτηκα τη σκηνή για να δραπετεύσω και ν’ ανέβω δύο δύο τα σκαλιά. Άντε πάλι το στενό, αναμαλλιασμένος, ζαλισμένος και παρ’ ολίγο βιασμένος. Από μακριά όσο πλησίαζα ξεχώριζε η φάτσα του Φτασμένου. Αυστηρή και αδυσώπητη, έτοιμη να με επιπλήξει, όπως ταιριάζει στο κύρος του. Έκατσα και όρμησα στο ποτό μου.
«Μα πόσο πίνεις βρε παιδί μου!»
«Μπα, σας φαίνεται, κύριε Φτασμένε μου, δυο μπιρίτσες κι ένα ουισκάκι… μα πέστε μου λοιπόν τι προτείνετε; Τι λέτε να κάνω;»
«Μα, για ποιο πράγμα, αγαπητέ μου;»
«Μα, για το χειρόγραφό μου!»
«Α, ναι, ναι, μου διέφυγε, αλλά βλέπετε κι εσείς δεν έχετε καθίσει και καθόλου, όλο φεύγετε».
«Έχετε δίκιο ξέρετε… μ’ έπιασε λίγο… λίγο κόψιμο… κάτι θα με πείραξε».
«Είναι κι αυτή η αναιδεστάτη. Να, ξανάρχεται. Μα τη γνωρίζετε επιτέλους;»
«Εγώ; Όχι φυσικά! Πρώτη φορά τη βλέπω!» Την ξανάβλεπα και τώρα. Επέστρεφε. Παραπατούσε και λίγο. Ερχόταν να ολοκληρώσει τη πανωλεθρία μου. Τελευταία ελπίδα: να την αγνοήσω πλήρως. Να γυρίσω στην κουβέντα μου με τον Φτασμένο. Ήπια το υπόλοιπο ποτό και παρήγγειλα άλλο. Στράφηκα στον Φτασμένο που όλη αυτή την ώρα μιλούσε:
«….πέραν αυτού, αγαπητέ μου εγώ δεν μπορώ να επηρεάσω περαιτέρω τους εκδότες. Συμφωνείτε;» Τι να ‘λεγα κι εγώ; Συμφώνησα
«Μήπως έχετε τίποτα άλλο να προτείνετε;» Όχι δεν είχα. Το μυαλό μου δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά κι η καρδιά μου (ή ό,τι άλλο ήταν αυτό) μ’ είχε κάνει να γυρίσω προς το μέρος εκείνης. Συνάντησα τη ματιά της κι έμεινα εκεί μαγνητισμένος αφήνοντας αναπάντητη την ερώτηση του Φτασμένου.
«Μα, με προσέχετε νεαρέ μου;» Εκείνη μου ‘κλεινε πάλι το μάτι και σηκωνόταν για πού αλλού; Για τη τουαλέτα. Την ίδια στιγμή έφτανε και το ουίσκι μου. Το άρπαξα και το ‘πια με τη μία. Ο Φτασμένος είχε γουρλώσει τα μάτια. Δεν ήξερε αν έπρεπε να με βρίσει ή να με λυπηθεί. Σφίχτηκα, κράτησα την αναπνοή μου ώσπου κοκκίνισα. Του είπα βογκώντας: «Ξέρετε δεν νιώθω και πολύ καλά».
«Ε, αυτό φαίνεται νεαρέ μου, μην πίνετε άλλο! Ό,τι και να έχετε το επιβαρύνετε!»
«Ώχχχ… ώχχ.. κόψιμο, κόψιμο έχω… πρέπει να τρέξω επειγόντως στην τουαλέτα… μη φύγετε δεν θ’ αργήσω!» Και να ‘μαι ξανά να διασχίζω το μεγάλο φαράγγι από κόσμο μπροστά απ’ την μπάρα. Μες στο χαμό πέφτω πάνω στον κολλητό μου τον Σπύρο, μόνιμο σαββατιάτικο θαμώνα του μπαρ. Μου πασάρει ένα σφηνάκι, το κατεβάζω και συνεχίζω. Εκείνη την έχει στήσει στο βάθος, δίπλα στο τηλέφωνο. Φτάνω κοντά της και μαζί κατεβαίνουμε τα σκαλιά της αμαρτίας.
Έσβησα κάθε έγνοια απ’ το μυαλό μου κι αφιερώθηκα στη γλυκιά καταστροφή μου. Ενώσαμε τα χείλη μας κι άρχισα να παρασύρομαι στη δίνη μιας απροσδιόριστης αίσθησης που γεννιόταν απ’ τα σφιχταγκαλιασμένα κορμιά μας. Δεν θυμάμαι που είχαμε γείρει, θυμάμαι όμως τη γεύση του στήθους της, μια αλμύρα που όσο τη δοκίμαζες τόσο σε γέμιζε ηδονή και σε ‘κανε να θέλεις κι άλλο, κι άλλο. Άκουγα την πλάτη της να χτυπά σε μια ξύλινη πόρτα κι ένιωθα τη λάβρα του χυμώδους κορμιού της να με καίει παντού όπου την έγλειφα και τη χάιδευα. Χαμήλωσε μπροστά μου και μ’ έκανε να χαθώ σε μια υγρή σκοτεινή σπηλιά. Παραληρούσα αγκομαχώντας καθώς με πηγαινοέφερνε στη μαγική είσοδο τυλίγοντας με, με τη γλώσσα της μέχρι που τα βογκητά μου συντονίστηκαν και αυξήθηκαν. Σταμάτησε και μου γύρισε την πλάτη σκύβοντας ελαφρά. Όρμησα σαν μαινόμενος ταύρος καθώς στο μυαλό μου είχε γυρίσει η εικόνα του γεροφτασμένου προκαλώντας μου αηδία αλλά και απίστευτη καύλα να ξεσκίσω μια για πάντα τη γκόμενα, τον Φτασμένο, την (ανύπαρκτη) καριέρα μου κι όλη την ένταση και το άγχος της ημέρας. Μπήκα με δυσκολία. Η κραυγή που έφυγε απ’ τα σωθικά της, σπρωγμένη απ’ το πράμα μου μέσα της, έκανε τ’ αυτιά μου να κουδουνίσουν σαν χαρμόσυνες καμπάνες. Λυγμοί και βογκητά ακολούθησαν μαζί με ακατάληπτα λόγια. Δεν ήμουν καλύτερα: έβραζα μέσα στο στενό πηγάδι της κόλασης καθώς χτυπούσα πάνω της με δυνατές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Έσκυψα και χούφτωσα τα στήθη της· έστριψε το κεφάλι και φιληθήκαμε άγρια καθώς οι ρυθμοί αυξάνονταν ολοένα. Η κορύφωση πλησίαζε. Αισθάνθηκα το κύμα του οργασμού να ξεκινά χαμηλά απ’ τα πόδια μου και ν’ ανεβαίνει ορμητικό σαν ανεξέλεγκτο ποτάμι που γυρεύει διαφυγή. Τέλειωσα μέσα σε μια ουράνια αίσθηση πληρότητας ζαλισμένος απ’ το ιρλανδέζικο νερό που καίει και το μεθυστικό αμαρτωλό κορμί που μόλις μου είχε δοθεί. Ξεφυσούσαμε λαχανιασμένοι. Προσπαθούσα να συμμαζευτώ. Δεν ήθελε να φύγω.
«Τι έχεις τέλος πάντων μ’ αυτό τον κωλόγερο;»
«Ό,τι και να σου πω δεν πρόκειται να καταλάβεις. Ήταν υπέροχο αλλά πρέπει να φύγω». Δεν περίμενα απάντησή της κι άρχισα να τρέχω για πίσω χαμογελώντας ηλίθια. Αγώνας πάλι για να φτάσω στο τραπέζι και Ω! του θαύματος ο Φτασμένος δεν είχε φύγει! Με περίμενε! Όμως ίσως να ’ταν καλύτερα αν είχε φύγει. Η έκφρασή του τα έλεγε όλα. Χαμήλωσα τα μάτια και κάθισα.
«Α! Γυρίσατε; Πώς πάει το κόψιμό σας;» Τα διπλανά τραπέζια είχαν ξεκωλιαστεί στα γέλια.
«Εεεε… λίγο καλύτερα…»
«Μα μην ψεύδεστε επιτέλους! Για ποιόν με περάσατε κύριε Νίκο ή κύριε Γιάννη, πώς σας λένε. Μην ψεύδεστε άλλο! Ήρθα μέχρι την πόρτα της τουαλέτας κι άκουσα τι κόψιμο είχατε. Σας συνόδευε κι αυτή η απερίγραπτη δεσποινίς, αυτή που έχυσε το τσάι, και φώναζε σαν αρνί που το σφάζουνε το Πάσχα!»
«Ναι ρε ντακότα! Τρέχει τίποτα; Τραβάς κάνα ζόρι άμα πηδιέμαι εγώ με το παιδί ρε μόμολο;» Ήταν Εκείνη· εκτός εαυτού. Όλα είχαν τελειώσει. Έβαλα τα χέρια στο πρόσωπο, έσκυψα το κεφάλι κι έμεινα εκεί.
«Δεν μιλώ μαζί σας δεσποινίς μου. Σε κάθε περίπτωση συμμορφωθείτε διότι…»
«Τσου ρε λάκη που ‘χει να σου κάνει κούκου απ’ τον πόλεμο!» Μέσα απ’ τα δάχτυλά μου κρυφοκοίταξα αν έχω ποτό. Δεν είχα· δεν υπήρχαν καν ποτήρια. Ξανακρύφτηκα. Η καρέκλα του Φτασμένου σύρθηκε με θόρυβο προς τα πίσω κι εκείνος σηκώθηκε.
«Όσο για σας αγαπητέ μου, μπορείτε να μαντέψετε την τύχη του γραπτού σας! ΣΤΑΧΤΗ ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ ΜΟΥ!!» Άφριζε, είχε κοκκινίσει (φοβήθηκα μη μου μείνει), όλο το μπαρ γελούσε με μας, η γκόμενα ετοιμαζόταν να του τα ξαναχώσει. Τότε, ούτε ξέρω πώς μου συνέβη, άρχισα να γελάω. Άρχισε ως μοιρολατρικό χαμόγελο απελπισίας που γεννιέται αυθόρμητα στη θέα μιας ολοκληρωτικής καταστροφής, συνεχίστηκε σαν ελαφρύ γελάκι και εξελίχτηκε σ’ ένα σπαρταριστό, κακαριστό υπεργέλιο μέχρι δακρύων. Χτυπιόμουν στην καρέκλα. Ένα γέλιο νευρικό, παρατεταμένο, ρυθμικό, διαβολικό. Όποιος στο μπαρ δεν είχε γελάσει προηγμένως θα γελούσε σίγουρα με το δικό μου γέλιο. Πράγματι σε ελάχιστο χρόνο όλο το μαγαζί γελούσε κι εγώ με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι, έτοιμος να κατουρηθώ, να δίνω το ρυθμό. Η γκόμενα γελούσε κι αυτή ενώ ο Φτασμένος, σκασμένος απ’ το κακό του, αποχωρούσε μουρμουρώντας απ’ το μαγαζί κι απ’ τη ζωή μου για πάντα. Έμεινα έτσι γελώντας νευρικά για λίγο ακόμα. Όταν συνήλθα η γκόμενα δεν φαινόταν πουθενά. Δεν έμαθα ποτέ τ’ όνομα της, ούτε την ξαναείδα. Παρήγγειλα άλλο ένα ποτό αλλά δεν μπόρεσα να τ’ αγγίξω. Σηκώθηκα κι έφυγα και μόνο όταν έφτασα σπίτι συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει να πληρώσω. Όσο για το μυθιστόρημα μου η μόνη μου ελπίδα να το δω στα βιβλιοπωλεία είναι αν φτιάξω ο ίδιος έναν εκδοτικό οίκο. Έχω βρει ήδη το όνομα: «ΑΦΤΑΣΤΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ».


FIN

ΒΡΑΒΕΙΑ
Βραβείο καλύτερης συνέχειας αυθεντικού διηγήματος:
(δηλαδή η συνέχεια που έμεινε πιο πιστή στο διήγημα)
Απονέμεται στους Nothing is impossible girl και Nuwanda.
Η πρώτη προέβλεψε ότι οι πρωταγωνιστές θα πήγαιναν στην τουαλέτα κι ο δεύτερος ότι θα έρθουν σε ερωτική επαφή.

Βραβείο καλύτερης συνέχειας ανεξαρτήτως πλοκής αυθεντικού διηγήματος:
Nothing is impossible girl
Πολύ έξυπνη η πλοκή που φαντάστηκε. Ο εκκολαπτόμενος συγγραφέας προτίμησε το μ… απ’ το συγγραφιλίκι κι έτσι ο Φτασμένος κατάλαβε ότι δεν άξιζε. Έχω όμως και αντιρρήσεις:
1) Κι ο Φτασμένος σκλάβος του μ… είναι αφού τον τύλιξε η 30χρονη γραμματέας του. (βέβαια αυτός είναι φτασμένος πια)
2) Δεν τον είχα τον Φτασμένο να κόπτεται τόσο για τον ήρωα ώστε να του ετοιμάζει και τεστ.

Βραβείο πιο ξέφρενης φαντασίας: Scalidi
Νόμιζα ότι θα το έπαιρνε η Composition doll αλλά η Σταυρούλα έδωσε ρέστα κυριολεκτικά αγγίζοντας τη στρατόσφαιρα του απίθανου.

Βραβείο εξυπνότερης πλοκής: Nothing is impossible girl
Η πλοκή της, πέραν της εξαιρετικής, ταιριάζει περισσότερο με τη φόρμα του διηγήματος αντίθετα με τις πλοκές των Scalidi και Composition doll. Ο Νuwanda έρχεται δεύτερος σε απόσταση αναπνοής.

Βραβείο πιο διεστραμμένης πλοκής: Nuwanda
Διότι φαντάστηκε ένα blow job στα φανερά εν μέσω των υπόλοιπων θαμώνων που μου θύμισε άλμπουμ του Manara.
Σόρι για τους υπόλοιπους που μπορεί να είχατε φανταστεί χειρότερα, αλλά ο Nuwanda το έγραψε κιόλας.

Βραβείο καλύτερης μη συμμετοχής: Librofilo
Ναι, ανάμεσα στους υπόλοιπους 2500 μπλόγκερ που δεν έπαιξαν ο Λιμπρόφιλο ήταν ο καλύτερος διότι παρακολούθησε από κοντά το παιχνίδι, έκανε και λίγες παρεμβάσεις, και θυσιάστηκε για σπόνσορας.

Έπαινος χειρότερης και πιο προβλέψιμης πλοκής: Τιμητικά στον Mamaloukas
Να πάρει και αυτός κάτι μπας και πάθει τίποτα και το κλείσει το μπλογκ.

Και όχι, δεν πήραν όλοι από ένα!

Labels:

Sunday, September 17, 2006

Όσο υπάρχει αλκοόλ...

Κάτι για να σας ξεκουράσω από τον κάματο της δουλειάς να βρείτε τη συνέχεια του διηγήματος.
Μιλάνο, Ιούνιος 2002
Γυρίσματα της ταινίας Όσο υπάρχει αλκοόλ.... σκηνοθεσία Δημήτρης Μακρής βασισμένη στο βιβλίο Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα κάποιου Μαμαλούκα.
Είναι η σκηνή που δύο από τους πρωταγωνιστές φτάνουν σε μια πλατεία όπου υποτίθεται γυρίζεται ένα δισφημιστικό σποτ με τρεις Lamborghini Diablo. (η μία δε διακρίνεται).

Ο ιδιοκτήτης της ακριβότερης Diablo. Είναι μια GT, περιορισμένης παραγωγής, Κατασκευάστηκε σε μόνο 80 κομμάτια κι αυτή ήταν το νούμερο 67/80.

Καλό παιδάκι, μας άφησε να μπούμε και μέσα.

Η ταινία συμμετείχε στο 10ο Πανόραμα Ευρωπαικού κινηματογράφου που διοργάνωσε η Ελευθεροτυπία και στο 43ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

κυκλοφορεί σε DVD στα βίντεο κλαμπ.

Labels:

Saturday, September 16, 2006

Στο Σκουφάκι μ' αρέσει να γδύνομαι! (διήγημα Μέρος πρώτον)

Χιουμοριστικοερωτικό διήγημα που γράφτηκε το 2000 για το Playboy αλλά, απ’ όσο ξέρω, δε δημοσιεύτηκε ποτέ.

ΣΤΟ ΣΚΟΥΦΑΚΙ Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΓΔΥΝΟΜΑΙ!

Μέρος πρώτον 1 από 2

του Δημήτρη Μαμαλούκα

στους νέους συγγραφείς και τις κυρίες πειρασμούς


Γιατί να διαλέξω αυτό το καφέ! Τόσα άλλα υπάρχουν! Γιατί όμως να τύχει κι εκείνη εκεί! Την ίδια ώρα! Η περιπέτεια μου είναι για γέλια και για κλάματα. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται ούτε στο σινεμά. Ας προσπαθήσω να σας τη διηγηθώ:
Τ’ όνομά μου είναι Νίκος Γιάννης. Ναι δυστυχώς. Όπως τ’ ακούτε. Νίκος το μικρό, Γιάννης το επώνυμο. Το όνειρο μου είναι (ήταν δυστυχώς) να γίνω κάποτε ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας. Θα πείτε: με τέτοιο όνομα; Έχετε απόλυτο δίκιο. Να ‘ταν όμως μόνο αυτό το πρόβλημα…
Φαντάζομαι ότι λίγοι από σας γνωρίζετε πόσο δύσκολο είναι να καταφέρεις να εκδώσεις κάτι… κυρίως αν είσαι παν- άγνωστος και δεν γνωρίζεις κάποιον που να γνωρίζει κάποιον στον εκδοτικό χώρο. Φυσικά αν το βάλεις σκοπό της ζωής σου και το παλέψεις με νύχια και με δόντια κάθε μέρα, στο τέλος θα τα καταφέρεις. Εγώ; Εγώ το πάλευα ακόμα. Είχα, με χίλιους κόπους, καταφέρει να ολοκληρώσω το πρώτο μου βιβλίο. Ένα μυθιστόρημα τριακοσίων και βάλε σελίδων. Όλος χαρά κι ελπίδα άρχισα να το μοιράζω και να το στέλνω στους μεγαλύτερους και πιο διάσημους εκδοτικούς οίκους: Έλατο, Δοκάρια, Κεριά, Χαλάκια, Φουντούκια. Πέρασα έτσι στο αγχωτικό και ψυχοφθόρο στάδιο της αναμονής… Κάθε πρωί έψαχνα το γραμματοκιβώτιο, αναπηδούσα με κάθε χτύπημα του τηλεφώνου. Περίμενα ν’ ακούσω: «Συγχαρητήρια κύριε Γιάννη (ή κύριε Νίκο). Έχουμε την χαρά να σας αναγγείλουμε ότι αποφασίσαμε να εκδώσουμε το αριστούργημα σας!» Ανησυχούσα κιόλας μήπως απαντήσουν θετικά δύο (ή και παραπάνω) και μετά αρχίσουν τους τσακωμούς για χάρη μου!
Στους επόμενους οχτώ μήνες το χειρόγραφο μου είχε εκδοθεί δεκαεννιά φορές σε ισάριθμα όνειρα στον ύπνο μου, ενώ δεν είχα δεχτεί ούτε ένα τηλεφώνημα από εκδότη στο ξύπνο μου. Αντίθετα, τις λίγες φορές που τόλμησα να πάρω για να ρωτήσω, γοητευτικές γυναικείες φωνές, γρατζουνώντας με τα μακριά κόκκινα νύχια τους τ’ ακουστικό, μου απαντούσαν εκνευρισμένες: «Αν είναι, θα σας καλέσουμε εμείς κύριε! Μην ξαναπάρετε!» Κι έτσι φόρεσα τα μαύρα μου κι άρχισα να περιπλανιέμαι στο κόσμο της απογοήτευσης … όταν ο καλός Θεούλης μου έστειλε στο δρόμο μου την Ελπίδα… με το πρόσωπο της θυρωρού μου της κυρίας Σούλας… Με έβλεπε σκυθρωπό και αμίλητο ώσπου δεν άντεξε και με σταμάτησε: «Κύριε Νίκο μου τι έχεις;» (Κι εγώ της εξήγησα.)
«Κυρία Σούλα μου αν δεν έχεις μέσον δεν μπορείς να βγάλεις βιβλίο σήμερα…» Έδειξε να προβληματίζεται λίγο και μίλησε με κάποιο δισταγμό:
«Κύριε Νίκο μου, σκέφτομαι τώρα… ξέρεις… η κόρη μου κρατάει τα παιδιά κάποιου γνωστού κυρίου που γράφει βιβλία. Θέλεις να της πω να του μιλήσει για σένα;»
«Σ’ ευχαριστώ· θυμάσαι πώς τον λένε;»
«Όχι παιδί μου, αλλά θα σου πω αύριο το πρωί».
Έτσι χωρίσαμε κι εγώ παρέμενα στη σφαίρα της απαισιοδοξίας. Ποιος ξέρει ποιος να ‘ταν κι αυτός ο «γνωστός» συγγραφέας που ήξερε η κόρη της κυρίας Σούλας; Το επόμενο μεσημέρι συναντηθήκαμε τυχαία μπροστά στο ασανσέρ. Δίχως να χάσει χρόνο ξεστόμισε τη βόμβα μεγατόνων που έκρυβε μέσα στα χείλη της:
«Έμαθα ποιος είναι ο κύριος που γράφει βιβλία».
«Ποιος κυρία Σούλα;»
«Κάποιος Γιώργος Φτασμένος». Το είπε τόσο απλά. Σα να επρόκειτο για ένα πλανόδιο μικροπωλητή καλτσών της Αιόλου. Όμως εγώ στο άκουσμα αυτού του ονόματος ένιωσα να σβήνω, μισός μέσα, μισός έξω απ’ τ’ ασανσέρ. Ήταν αλήθεια. Δεν είχε κάνει λάθος. Την έβαλα να μου το επαναλάβει τρις. Επρόκειτο για τον διασημότερο εν ζωή έλληνα συγγραφέα.
Η λογοτεχνική του βαρύτητα συνδυαζόμενη με την επιβλητική παρουσία του προκαλούσε ρίγη συγκίνησης στους φιλολογικούς κύκλους, αμέτρητο φθόνο στους γνωστούς συγγραφείς, δέος στους άγνωστους, με λίγα λόγια ο κορυφαίος (ή κορφαίος, σύμφωνα με τα ελληνικά του Α. Θεοφιλόπουλου της ΕΤ-1) της συγγραφικής τέχνης στην Ελλάδα. Τι να πρωτοαναφέρεις για το διάσημο έργο του: δεκαεννιά μυθιστορήματα (τα πέντε ταινία, τα τέσσερα σήριαλ), έξι συλλογές διηγημάτων, αναρίθμητο πλήθος άρθρων, δημοσιεύσεων και κριτικών (σε σημείο τέτοιο που μια τιτάνια προσπάθεια-έργο ζωής ενός πανεπιστημιακού εδώ και δέκα χρόνια για μια πλήρη βιβλιογραφία του να έχει αποδειχθεί -μοιραία- πρακτικά αδύνατη…)
Όσο για τις τιμές και τα βραβεία η συλλογή του περιελάμβανε ένα κρατικό βραβείο μυθιστορήματος, δεκάδες τοπικά βραβεία δήμων, κοινοτήτων και φιλολογικών συλλόγων, μια αρμαθιά κλειδιά από διάφορες πόλεις του κόσμου, μια θέση επίτιμου διδάκτορα honoris causa στο διεθνούς φήμης πανεπιστήμιο «Bunama» της νοτίου Γκάνα. Επίσης είχε μεταφραστεί σε 19 γλώσσες συμπεριλαμβανομένης και μιας διαλέκτου της Ισλανδίας από έναν αμφιλεγόμενου ήθους καθηγητή με καταδίκες για περίεργα «παιχνίδια» με τους φοιτητές και τα κατοικίδια τους. Τέλος, ήταν πρόεδρος και αιώνιο μέλος του παγκοσμίου συλλόγου μονίμων υποψηφίων βραβείου νόμπελ λογοτεχνίας.
Ακουγόταν απίστευτο αλλά ναι (!) αυτουνού τα παιδιά (καρποί απ’ τη σχέση του με την 30χρονη πρώην γραμματέα και νυν απαιτητική σύζυγό του) κρατούσε τις κρύες νύχτες του χειμώνα η μονάκριβη και στρουμπουλή κόρη της κυρίας Σούλας, αγαπημένης μου θυρωρού που ίσως αποδεικνυόταν και σωτήρας της λογοτεχνικής μου καριέρας.
Θα του μιλούσε για μένα, θα του έδινε το χειρόγραφό μου κι αν όλα πήγαιναν καλά κι εκείνος το κοιτούσε (μπορεί στην τουαλέτα) και του άρεσε λιγάκι, έστω λιγάκι, ίσως, λέμε ίσως και να μπορούσα… αν φυσικά δεχόταν εκείνος, να τον συναντούσα προσωπικά!
Παρέδωσα το γραπτό μου στην κόρη κι ήταν σαν να έστελνα το παιδί μου στο μέτωπο. Εκείνη με καθησύχασε.
«Τον ξέρω καλά, μην ανησυχείς. Θα το κοιτάξει και θα σε ειδοποιήσω».
Έτσι μπήκα σε μια νέα περίοδο βασανιστικής αναμονής. Δεν πέρναγε ώρα που το μυαλό μου να μην τρέξει στο πολυτελές πεντάρι - ρετιρέ του Φτασμένου. Το χειρόγραφό μου. Το έχει δει; Μήπως το κοιτάει τώρα; Του άρεσε καθόλου; Μήπως δεν το ‘χει πιάσει ακόμα στα χέρια του; Μήπως το ‘χει πετάξει και οι σελίδες του ανεμίζουν σκόρπιες στη χωματερή των άνω Λιοσίων, ενώ ο Φτασμένος μιλάει με το Μολδαβό εκδότη του;
Πέρασε έτσι ένας μήνας. Τηλεφωνούσα στην κόρη. «Τίποτα;» «Τίποτα ακόμα». Ώσπου μια μέρα…με πήρε εκείνη. Μου έδωσε το τηλέφωνο του και μου είπε να τον πάρω για να συναντηθούμε! Χοροπηδούσα και ούρλιαζα απ’ τη χαρά μου. Επιτέλους! Λίγο να του είχε αρέσει το βιβλίο μου, λίγο να με συμπαθούσε στη συνάντηση μας, ένα λογάκι να ‘λεγε στον εκδότη του και τ’ όνειρο μου θα γινόταν πραγματικότητα! (Φυσικά κανένα ρόλο δεν έπαιζε το ότι ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος είχε απορρίψει προ μηνών το γραπτό μου.)
Προετοιμάστηκα ψυχολογικά, έγραψα τι θα πω και σχημάτισα με δάχτυλα που έτρεμαν το νούμερο του Φτασμένου.
Απάντησε μια φωνή βαριά, βραχνή και συνάμα σοφή: «Ναι;» Γεμάτος νευρικότητα παρουσιάστηκα, ευχαρίστησα και παρακάλεσα για μια συνάντηση.
«Μμμμμμμ (Αργότερα συνειδητοποίησα ότι αυτό το «μ» κόλλαγε σ’ ό,τι έλεγε) ναι.. ναι… μμμμμ…ας διαλέξετε εσείς το μέρος αγαπητέ μου….εγώ συνήθιζα να πηγαίνω στου Zonar’s. Τώρα που έκλεισε… ας πάμε εκεί που πηγαίνετε εσείς, η νεολαία…»
«Μα όχι… όπου θέλετε εσείς…»
«Μμμμμ… επιμένω νεαρέ μου. Διαλέξτε εσείς». Δεν είχα περιθώριο να σκεφτώ. Είπα το πρώτο καφέ που μου ήρθε στο μυαλό.
«Εεεεε…. ας πούμε τότε στο Σκουφάκι».
«Πώς το είπατε;»
«Σκουφάκι λέγεται και είναι στην οδό Σκουφά, απέναντι απ’ το Φίλιον».
«Μμμμ… ας είναι· θα το βρω. Να πούμε το Σάββατο στις εννιά;»
«Μάλιστα. Εεε… εννιά το βράδυ;»
«Το πρωί αγαπητέ μου… το πρωί».
«Εεεε… ξέρετε είναι λίγο νωρίς… και… ίσως να μην έχουν ανοίξει ακόμα και…»
«Μμμμ… τότε να πούμε το μεσημέρι κατά τις δύο γιατί πριν έχω μμμμ… να παραστώ σε μια εκδήλωση στο Δήμο Αθηναίων… ξέρετε θα με τιμήσουν πάλι…» Έτσι κλείστηκε το περίφημο ραντεβού μου με το διάσημο Γεώργιο Φτασμένο. Σάββατο δύο η ώρα στο τρομερό Σκουφάκι.
Την κρίσιμη μέρα που δεν έχει παζάρι για τους εβραίους βρισκόμουν απ’ τις δώδεκα στη περιοχή του μικρού σκουφιού. Βολιδοσκοπούσα, έλεγχα την κίνηση, μύριζα τον αέρα προσπαθώντας να μαντέψω τι μου επιφύλασσε η μοίρα… Αλίμονο! (όπως θα έλεγε κι ο Ε.Α.Πόε) Ούτε στην πιο ξέφρενη φαντασία μου δεν θα το φανταζόμουν!
Μία η ώρα ακριβώς μπήκα μέσα. Όλα τα τραπέζια ήταν πιασμένα. Πού θα καθόμουν με τον Φτασμένο; Στον πάγκο; Θα τα κατάφερνε ν’ ανέβει και να σταθεί στο σκαμπό; Στήθηκα σε μιαν άκρη. Άρχισε να με κυκλώνει μια εκνευριστική ζέστη. Κόσμος έμπαινε – έβγαινε, γέλια, φωνές, καφέδες και μπύρες να πηγαινοέρχονται, όλα έμοιαζαν να με τριγυρίζουν εχθρικά ξυπνώντας μου πονοκεφάλους και νευρωτικά σύνδρομα.
Παρήγγειλα μια Stella. Την έπινα όρθιος απ’ το μπουκάλι καιροφυλακτώντας για ένα τραπέζι. Μία και είκοσι. Μ’ έλουζε κρύος ιδρώτας. Πού θα καθόμασταν; Πού θα μιλάγαμε; Μία και σαράντα. Το μαγαζί είχε γεμίσει. Το διέσχιζες προς τα μέσα με δυσκολία. Με την άκρη του ματιού μου πιάνω μια κίνηση. Δύο γκόμενες βγάζουν να πληρώσουν. Ορμάω και στέκομαι από πάνω τους. Παραλίγο να πληρωθώ και τους καφέδες τους. Ανέλπιστο, αλλά καταφέρνω και βρίσκω τραπέζι, το καλύτερο κιόλας, στην τζαμαρία, πέντε λεπτά πριν από τις δύο. Κάθομαι ανακουφισμένος. Παραγγέλνω άλλη μια μπύρα και βγάζω το μπουφάν μου νιώθοντας αρκετά καλύτερα. Τι ήταν να το πω; Γυρίζω το κεφάλι και μένω. Το βλέμμα μου σταματά στο διπλανό τραπέζι. Ο εφιάλτης μόλις είχε αρχίσει.
Στο διπλανό τραπέζι βρισκόταν ο Διάολος, ο Σατανάς μεταμορφωμένος σε γκόμενα, σε γκομενάρα, σε θεά, σε πλάσμα εξωπραγματικό, σε Έρωτα Μοναδικό. Αιχμαλώτισε το άβουλο βλέμμα μου και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια τόσο έντονα που μου ‘ρθε ζαλάδα. Οπισθοχώρησα γυρίζοντας το κεφάλι αλλού. Ανώφελο. Ξαναγύρισα τη ματιά μου πάνω της ντροπιασμένος. Είχε μισανοίξει τα χείλη. Ηδονικές παγίδες, γλυκές τανάλιες, ύπουλες ρουφήχτρες του αθηναϊκού πελάγους…Δοκίμασα το παλιό όπλο που σπάνια σε προδίδει: Αλκοόλ. Η υπόλοιπη μισή όμως μπύρα που είχα στη διάθεση μου φάνταζε σαν ραγισμένη οδοντογλυφίδα απέναντι στη παντοδύναμη και θανατηφόρο ύπαρξη, που για να διασκεδάσει περαιτέρω μαζί μου, πραγματοποιούσε ένα απ’ τα χιλιάδες θηλυκά κόλπα της: έτριψε τους μηρούς της απίστευτα αργά και βασανιστικά, αλλάζοντας πόδι και σταυρώνοντας όχι μόνο τα μπούτια της αλλά και τις συνειδήσεις όλων των παρόντων αρσενικών. Παρ’ όλα αυτά ήπια μονορούφι την υπόλοιπη μπύρα. Ανατρίχιασα νιώθοντας ένα ψυχρό ρεύμα αέρα στη πλάτη. Η πόρτα ήταν ανοιχτή απ’ τον κόσμο που μπαινόβγαινε συνεχώς. Δύο και δέκα και μετά κόπου κρατιέμαι να μην τη κοιτάξω. Αρχίζω να διαβάζω την ετικέτα της μπύρας. STELLA ARTOIS. Δεν αντέχω. Παραδίνομαι ξανά. Το άσπρο φανελάκι που φορά μέσα απ’ το ανοιχτό πουκάμισο σφίγγει τα στήθη της που αμυνόμενα προσπαθούν με όπλο τις μυτερές ρώγες να το σκίσουν και να πεταχτούν έξω. Φυσικά δεν υπάρχει ίχνος σουτιέν να χαλάει την εικόνα. Όμως να που βάλθηκε να με συντρίψει. Φέρνει το μακρύ νύχι της στο στόμα και το γλείφει απειροελάχιστα, τα μάτια της αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα, με γδύνει, με πατά με το μυτερό τακούνι της, με χαράζει με τα κοφτερά νύχια της. «Άλλη μια μπύρα παρακαλώ!» Φτάνει αμέσως. Βουτάω πάνω της, αφρίζει, κατεβαίνει γρήγορα, με πλημμυρίζει το ξανθό οινόπνευμα, με βοηθάει, αμύνομαι ενάντια στον Εωσφόρο που κάθεται απέναντι μου, κλείνω τα μάτια και αφήνω το αλκοόλ να γεμίσει κάθε ευάλωτη γωνιά μου. Όταν τα ξανανοίγω μπροστά μου στέκεται η μεγαλοπρεπής φιγούρα του Φτασμένου, που μόνο από τη τηλεόραση είχα δει. Είναι φανερό ότι ψάχνει το νεαρό που οφείλει να τον υποδεχτεί. Πετάγομαι πάνω κλαρίνο. Εκείνος βαρύς, γενειοφόρος, με τις γνώσεις να τρέχουν απ’ τα μπατζάκια του, σιγομασουλά με κλεισμένο στόμα πολύτιμες σκέψεις που ποιος ξέρει αν ποτέ θα δουν το φως της δημοσιότητας…

Τέλος α' μέρους (1 από 2)
συνεχίζεται

Labels:

Μονμάρτρη (Μέρος 2ον)

Μονμάρτρη (διήγημα)

στον αναγνώστη μου jerome

μέρος 2 από 2

...Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πίσω, μπήκα στην τρύπα του γέρου...

Είχε μια μυρωδιά τηγανίλας και συσσωρευμένης βρόμας χρόνων. Μου ήρθε να κάνω εμετό. Μπροστά μου υπήρχε το άθλιο ντιβάνι του κι η ασπρόμαυρη τηλεόραση, σβηστή. Το σπίτι ήταν γεμάτο από διάφορα πράγματα που έδειχναν και σχεδόν πάντα ήταν, σκουπίδια. Σακούλες, σακουλάκια, χαρτοκιβώτια, ταψιά, στοίβες εφημερίδες, κατσαρολικά, σπασμένα εξαρτήματα, παιχνίδια, πλαστικά, σιδερικά, μπουκάλια. Ένα πραγματικό χάος. Δεν θα κατάφερνα να βρω εύκολα το κομπόδεμά του. Είχα χρόνο όμως μέχρι τις πέντε. Άρχισα το ψάξιμο.
Ξεκίνησα απ’ το δωμάτιό του. Ξετύλιγα τα σακούλια, άνοιγα τα χαρτοκιβώτια και τα άδειαζα, μα ήταν τόσο πολλά που ήταν αδύνατον να βάζω στην άκρη ό,τι είχα ήδη ψάξει. Σε μια ώρα ήμουν ιδρωμένος, με μαύρα χέρια και κυριολεκτικά χωμένος μέχρι τους μηρούς στα κάθε λογής σκουπίδια του γέρου. Φράγκο ούτε για δείγμα. Κάθισα αποκαμωμένος στο ντιβάνι. Τότε μου ήρθε η σκέψη. Το στρώμα. Τόσες ιστορίες με τα λεφτά στο στρώμα. Γιατί όχι και τώρα; Βρήκα ένα μαχαίρι στη κουζίνα. Τράβηξα το λιγδιασμένο σεντόνι του γέρου κρατώντας τη μύτη μου. Με σιχασιά έσκισα το στρώμα. Τίποτα. Συνέχισα με μανία. Τίποτα. Μόνο άσπρα πούπουλα παντού. Το μοναδικό άσπρο πράγμα στη μαύρη τρύπα του γέρου.
Συνέχισα με την κουζίνα. Εδώ τα πράγματα ήταν χειρότερα. Υπήρχαν πολύ περισσότερα πράγματα και μεγάλες κλειστές κούτες. Πήρα βαθιά αναπνοή και βυθίστηκα στο χάος. Έσκιζα και άνοιγα τις κούτες. Μέσα είχαν κάθε λογής πράγματα. Φανέρωναν ότι ο γερός ήταν στο παρελθόν ρακοσυλλέκτης. Ένα σπασμένο παιδικό καροτσάκι, μια στενόμακρη ηλεκτρική σκούπα, ένα τιμόνι αυτοκινήτου, τσίγκινα κουτιά ουίσκι, φθαρμένα ντοσιέ αρχείου, ραγισμένα ποτήρια, σπασμένα βάζα. Όλα τυλιγμένα με εφημερίδες. Ατέλειωτες εφημερίδες. Τόνοι εφημερίδες.
Ήμουν πνιγμένος και βρόμικος ως το μεδούλι. Φράγκο πουθενά. Μετά έπιασα το μπάνιο. Στάθηκα απ’ έξω, αλλά δεν μπόρεσα να μπω μέσα. Ήταν ό,τι χειρότερο είχα δει. Όσο κι αν κρατούσα τη μύτη μου δεν κατάφερνα να σταματήσω την κολασμένη μυρωδιά που αναδυόταν από κει μέσα.
Κοίταξα το ρολόι μου. Πήγαινε μία. Με κυρίευσε το άγχος. Δεν θα προλάβαινα. Κι όμως ήταν εδώ, ήμουν σίγουρος ότι εδώ τα φύλαγε. Άφησα το μπάνιο και γύρισα πάλι στο δωμάτιο. Είχε μωσαϊκό για πάτωμα. Αφού ταλαιπωρήθηκα λίγο ακόμα με τις κούτες άρχισα να χτυπώ τους τοίχους. Πουθενά δεν ακουγόταν κούφιο. Σκαρφάλωσα σε μια ετοιμόρροπη καρέκλα κι έψαξα πάνω απ’ το παράθυρο και τις κουρτίνες. Τίποτα.
Επέστρεψα βιαστικά στην κουζίνα. Χτύπησα κι εκεί τους τοίχους. Στη μια πλευρά εξείχε μια μεγάλη χτιστή κουζίνα του περασμένου αιώνα. Άνοιξα τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του φούρνου. Ήταν γεμάτος σακούλες. Τις πέταξα έξω, δεν είχαν τίποτα αξίας. Ο φούρνος είχε να χρησιμοποιηθεί χρόνια. Ο γέρος μαγείρευε σ’ ένα κουζινάκι. Έβαλα το χέρι και έψαξα καλύτερα. Τίποτα. Η ώρα περνούσε.
Έκανα ένα τσιγάρο και αναζήτησα νερό. Αισθάνθηκα την ανάγκη να κλάψω. Ήταν δύο παρά πέντε. Θα έφευγα. Θα γύρναγα σπίτι μου και δε θα μιλούσα ποτέ σε κανένα γι’ αυτή την ιστορία. Θα προσπαθούσα να τη διαγράψω απ’ το μυαλό μου. Μόνο να μην ξανασυναντούσα το σκατόγερο.
Ήπια νερό απ’ τη βρύση του νεροχύτη. Μύριζε σαπίλα, αλλά κατέβασα πολλές γουλιές. Μετά μπήκα στο μπάνιο και το έψαξα όσο μπορούσα. Έκανα εμετό δυο φορές. Έπειτα έκλαψα κανονικά. Παρόλα αυτά δεν βρήκα ούτε ένα νόμισμα.
Επέστρεψα πάλι στο δωμάτιο. Μετά στην κουζίνα. Πατούσα και έσπαγα πιατικά κι έσκιζα εφημερίδες. Κλότσαγα κι αναποδογύριζα τις χαρτοκούτες. Η θάλασσα των σκουπιδιών αγκάλιαζε τα γόνατά μου καθώς περνούσα βιαστικά.
Στην κουζίνα πέταξα κάτω ό,τι υπήρχε στα λιγοστά ντουλάπια. Τίποτα. Απέναντί μου ήταν η παμπάλαια χτιστή κουζίνα. Η πόρτα του φούρνου ήταν ανοιχτή. Τον ξανάψαξα χωρίς αποτέλεσμα. Πάνω και κάτω απ’ το φούρνο υπήρχε από ένα σιδερένιο συρτάρι. Τα είχα ψάξει κι αυτά πριν. Άδειασα ό,τι είχαν και προσπάθησα να τα βγάλω. Το κάτω δεν έβγαινε. Το πάνω αντίθετα ήταν σπασμένο και βγήκε πολύ εύκολα. Το πέταξα κάτω και κοίταξα στη τρύπα. Ήταν θεοσκότεινα. Ήθελα ένα φακό. Στο νεροχύτη δίπλα μου υπήρχε ένα κερί και σπίρτα. Άναψα καθώς η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατότερα. Φώτισα την κρύπτη. Ήταν άδεια. Έβρισα και πλησίασα περισσότερο το κερί. Υπήρχαν μόνο τα τούβλα. Έβαλα μέσα το κερί και κόλλησα το πρόσωπό μου στην είσοδο. Μόνο τότε την είδα.
Ήταν μια μικρή οριζόντια σχισμή. Στο βάθος της τρύπας. Ανάμεσα από δύο τούβλα. Ήταν πολύ μικρή. Αλλά αρκετά μεγάλη ώστε να χωράει ένα νόμισμα. Σαν τρελός ψάχτηκα να βρω ένα. Ο γέρος μπορεί να είχε μια ολόκληρη χωματερή εκεί μέσα, εγώ δεν είχα βρει όμως ούτε ένα σεντίμ. Στο βάθος μιας τσέπης μου βρήκα ένα μισόφραγκο. Τέντωσα το χέρι μου κι έφτασα στη σχισμή. Έκανα ησυχία και κράτησα την αναπνοή μου. Έριξα μέσα το νόμισμα.
Κλανγκ.
Ο γλυκός ήχος που κάνει το νόμισμα όταν πέφτει πάνω σ’ ένα σωρό άλλα.
Είχα βρει την κρυψώνα. Χαμογέλασα και γύρισα προς την πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο. Ένιωσα τη καρδιά μου να σταματάει.
Ο γέρος στεκόταν εκεί και με κοιτούσε. Στα μάτια του υπήρχε μόνο μίσος.
Καθώς ορμούσε καταπάνω μου έφτασε στα αυτιά μου η πολεμική κραυγή του. Σκέφτηκα ότι δε συνέβαιναν αυτά. Ότι θα ξυπνούσα όπου να ‘ναι από έναν τρομερό εφιάλτη. Έπειτα με κύκλωσε η βρομερή μυρουδιά του. Και μετά άρχισε να με χτυπάει παντού. Τότε μόνο ο πόνος απ’ τα χτυπήματα κατάφερε να με κάνει να συνέλθω. Άρχισα να αμύνομαι καθώς άκουγα τις βρισιές και τις απειλές του. Συνέχιζε να με χτυπάει μ’ ό,τι έβρισκε μπροστά του και κάποια στιγμή τα μαύρα του δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω απ’ το λαιμό μου. Άρχισε να με σφίγγει μ’ όλη του τη δύναμη. Η σκέψη ότι μπορεί να με σκότωνε μέσα στη βρομερή φωλιά του μ’ έκανε να αντισταθώ σαν τρελός. Όρμησα πάνω του. Άρχισα να τον χτυπώ με μένος. Σε λίγο τον είχα ρίξει κάτω. Τον κλότσαγα όπου έβρισκα, του χτύπαγα τα κόκαλα στο μωσαϊκό, του μάτωσα το πρόσωπο και στο τέλος σταμάτησε να κουνιέται.
Έκανα λίγα λεπτά να συνέλθω. Ο γέρος ήταν χάμω, πάνω στα σκουπίδια του, αναίσθητος. Πονούσα σ’ όλο μου το κορμί. Πριν προλάβω να κάνω οτιδήποτε συνήλθε βογκώντας. Του όρμησα ξανά.
«Μη μου κάνετε κακό!» άρχισε να κλαψουρίζει καθώς μαζευόταν για να προστατευτεί.
«Πώς τα βγάζεις από κει μέσα;» του είπα. «ΛΕΓΕ!» ούρλιαξα. Έκανε πως δεν καταλαβαίνει. «Τα λεφτά σου! Αυτά που κρύβεις εκεί μέσα!» είπα και του έδειξα τη τρύπα πάνω απ’ το φούρνο. Ανάσαινε βαριά καθώς είχε στηρίξει την πλάτη του σε μια κούτα.
«Δεν ξέρω τι λέτε. Είμαι ένας φτωχός άνθρωπος». Πλησίασα και τον έπιασα απ’ τα πέτα του παλτού. Τα μάτια του άλλαξαν όψη μεμιάς. Απ’ το κλαμένο ύφος που είχαν, μεταμορφώθηκαν φανερώνοντας κακία και πονηριά. Πρόσεξα πως τα χέρια του είχαν χωθεί κάτω απ’ το παλτό του. Αστραπιαία έβγαλε το αριστερό και με γράπωσε. Την ίδια στιγμή το δεξί του κουβαλώντας μια λάμψη έσκισε τον αέρα μπροστά στο πρόσωπό μου. Έκανα πίσω ενστικτωδώς και το στιλέτο που κρατούσε τρύπησε τα ρούχα μου και καρφώθηκε στον ώμο μου.
Τον πέταξα πίσω ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο. Στάθηκα στα πόδια μου καθώς το στιλέτο παρέμενε καρφωμένο πάνω μου. Αισθανόμουν το αίμα να κυλά σε όλο μου το μπράτσο. Όρμησα ξανά πάνω του με κλοτσιές και μπουνιές. Τον χτύπαγα συνεχώς όπου έβρισκα. Φώναζε βοήθεια, λυπηθείτε με, όχι άλλο.
Κάποια στιγμή σταμάτησα, αλλά μόνο επειδή η κούραση με γονάτισε. Ξεφυσούσα κι εκείνος μυξόκλαιγε μαζεμένος πάνω στις εφημερίδες του. Τον γύρισα ώστε να με κοιτάξει. Αίμα έτρεχε απ’ τη μύτη και τα χείλια του. Το ένα του μάτι είχε ήδη κλείσει αποκτώντας ένα μπλαβί χρώμα.
«Αν δεν μου πεις πώς τα παίρνεις από κει μέσα θα σε σκοτώσω!»
Ο ώμος μου έκαιγε. Το στιλέτο είχε πέσει όταν τον χτυπούσα. Το αίμα είχε φτάσει στην παλάμη μου. Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι αριστερά δεξιά ότι δεν ξέρει τίποτα. Δε θα μου έλεγε. Θα προτιμούσε να πεθάνει. Άρχισα να ψάχνω το στιλέτο. Είχε χαθεί ανάμεσα στα σκουπίδια. Ένιωθα το χτυπημένο χέρι μου να αχρηστεύεται σιγά σιγά. Έπρεπε να δέσω την πληγή. Έβγαλα το πουλόβερ και την μπλούζα μου προσπαθώντας να βρω κάποιο κουρέλι. Έβρισκα οτιδήποτε άλλο γύρω μου εκτός από πανί. Σήκωνα τα κιβώτια και πετούσα τις εφημερίδες όταν έπεσα πάνω σ’ ένα μεγάλο σφυρί. Δίπλα του υπήρχε ένα κομμάτι μπλε ύφασμα. Έπλυνα την πληγή και το τύλιξα γύρω της. Με την άκρη του ματιού μου κοιτούσα τον γέρο. Βογκούσε μουρμουρίζοντας ποιος ξέρει τι. Άναψα τσιγάρο σηκώνοντας από κάτω το σφυρί. Με κοίταξε τρομαγμένος.
«Θέλω τα λεφτά σου» του είπα. «Ξέρω ότι είναι εκεί. Δώστα μου αλλιώς …» Δεν ολοκλήρωσα τη φράση μου. Τον έπιασα και τον έσυρα μέχρι το κάτω συρτάρι. Άρχισε να φωνάζει. Τράβηξα έξω το συρτάρι και με μια κλοτσιά το έσπασα. Το πέταξα μακριά και του έβαλα το κεφάλι στην τρύπα.
«Είναι εδώ κάτω; Από δω τα παίρνεις;» Δε μίλησε. Τότε έχασα το μυαλό μου. Έκανα κάτι που δε φανταζόμουν τον εαυτό μου ικανό να κάνει. Σήκωσα το σφυρί και το κατέβασα πάνω σ’ ένα δάχτυλό του. Το έλιωσα πάνω στο μωσαϊκό. Η κραυγή του μου πόνεσε τ’ αυτιά. «Θα σε σκοτώσω» επανέλαβα.
Φτύνοντας αίμα ψέλλισε «δεν μπορείς να τα πάρεις». Άρχισε να βήχει και συνέχισε με δυσκολία «Δε βγαίνουν… Είναι πίσω απ’ τον τοίχο. Πρέπει να γκρεμιστεί η κουζίνα… μη με χτυπάς άλλο…»
«Θα τη ρίξω παλιόγερε, θα τη ρίξω όλη».
Πήρα το σφυρί και με το γερό μου χέρι άρχισα να χτυπώ τη χτιστή κουζίνα απ’ το πλάι. Τα χτυπήματα αντηχούσαν εκκωφαντικά. Τα τούβλα διαλύονταν και πέφτανε στα πόδια μου. Τρανταζόμουν ολόκληρος με κάθε χτύπημα και το λαβωμένο χέρι μου με τρέλαινε στον πόνο. Προσπαθούσα ν’ ανοίξω τρύπα, αλλά τα τοιχώματα ήταν παχιά. Είχα ρίξει άλλες δυο σφυριές όταν ένιωσα τα χέρια του γέρου να πιάνουν τα πόδια μου και να τα τραβάνε με απίστευτη δύναμη. Έχασα την ισορροπία μου και πέφτοντας μπροστά χτύπησα δυνατά το κεφάλι μου εκεί ακριβώς όπου έριχνα τις σφυριές. Τα σπασμένα τούβλα έκοψαν το μέτωπό μου κι όταν έπεσα κάτω είχα γεμίσει αίματα. Τα δάχτυλα του γέρου ταξίδευαν ήδη απάνω μου. Η φωνή του ακουγόταν σαν ψίθυρος απ’ την Κόλαση.
«Δε θα μου τα πάρεις…»
Ανοίγοντας τα μάτια και σκουπίζοντάς τα απ’ τα αίματα, είδα μπροστά μου το σφυρί. Έκανα να σηκώσω το γερό χέρι για να το αρπάξω, αλλά ο γέρος με κρατούσε ακίνητο. Είχε ήδη σκαρφαλώσει πάνω μου κι ένιωθα το βάρος του να με πλακώνει. Δοκίμασα το πονεμένο μου χέρι. Υπάκουσε με αφόρητους πόνους. Έφτασα το σφυρί. Τα δάχτυλά μου ακούμπησαν την ξύλινη λαβή, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να το σηκώσουν. Ένιωθα τώρα την καυτή ανάσα του γέρου στο λαιμό μου. Δε μου βρόμαγε πια. Μυρίζαμε το ίδιο. Έσφιξα τα δόντια και σήκωσα το σφυρί. Το κατέβασα πάνω του στα τυφλά. Ο γέρος βόγκηξε και χαλάρωσε τη λαβή του. Ελευθέρωσα το καλό μου χέρι κι έπιασα μ’ αυτό το σφυρί. Προσπάθησα να σηκωθώ, αλλά δεν τα κατάφερα. Τα πόδια μου δε με κρατούσαν άλλο. Σωριάστηκα δίπλα του καθώς μου φάνηκε ότι γελούσε. Σήκωσα το σφυρί και χτύπησα τη βάση του φούρνου. Ούρλιαξε σαν να χτυπούσα εκείνον. Σύρθηκε πλησιάζοντας κι άλλο ενώ εγώ ξαναχτυπούσα διαλύοντας άλλο ένα τούβλο. Τότε έβαλε το χέρι του εκεί όπου χτυπούσα.
«Δε θα μου τα πάρεις…» ψέλλισε.
Κατέβασα το σφυρί και του διέλυσα δυο δάχτυλα. Βόγκηξε, αλλά άφησε εκεί το σακατεμένο του χέρι. Ξαναχτύπησα. Το τράβηξε πίσω. Ξαναχτύπησα τα ματωμένα τούβλα. Ορκίζομαι ότι άκουσα νομίσματα να κουδουνίζουν από πίσω. Το άκουσε κι εκείνος γιατί σύρθηκε κι έβαλε το άλλο χέρι του εκεί όπου άνοιγα τρύπα. Κατέβασα ξανά το σφυρί μ’ όση δύναμη μου είχε απομείνει.
Πριν το κατεβάσω ξανά μας βρήκαν οι αστυνομικοί που είχαν σπάσει την πόρτα. Όταν τους είδε χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια πεθαίνοντας.
Δε θα του έπαιρνα τα λεφτά του.

FIN

Labels:

Thursday, September 14, 2006

Μονμάρτρη (Διήγημα μέρος 1ον)

(Το διήγημα όταν αναρτήθηκε εδώ ήταν αδημοσίευτο. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός αρ.137 Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2007).

ΜΟΝΜΑΡΤΡΗ

Του Δημήτρη Μαμαλούκα
Στον αναγνώστη μου, Jerome
Είδα πού έμενε ο γέρος. Το παράθυρό του έβλεπε σε μια απότομη σκάλα απ’ τις αμέτρητες που υπάρχουν στην περιοχή της Μονμάρτρης. Όπως στάθηκα παράμερα και κοίταζα τα μαύρα κάγκελα η σκηνή μου έφερε στο νου τις διάσημες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Doisneau.
Αν είσαι φοιτητής, όπως εγώ, ένα πράγμα δε σου λείπει: Ο ελεύθερος χρόνος. Τον παρακολουθούσα από καιρό. Τη σκάλα έξω απ’ το σπίτι του την είχα ανεβοκατέβει δεκάδες φορές, κάνοντας ότι έψαχνα κάποιον, χαζεύοντας, καπνίζοντας δήθεν αφηρημένος.
Δεν άργησα να μάθω το πρόγραμμά του. Ήταν ακριβής σαν ελβετικό ρολόι. Έξι μέρες τη βδομάδα ξεπόρτιζε απ’ την τρύπα του στις επτά παρά δέκα το πρωί. Σε δέκα λεπτά ήταν στο βασίλειό του, στο μετρό. Έπιανε δουλειά αμέσως. Πλησίαζε τον κόσμο. Τους σκουντούσε, τους έπιανε, τους χάιδευε, τους ζητούσε.
«Δώστε κάτι κύριε… Ευγενική μου κυρία… Παιδί μου, έχω να φάω τρεις μέρες».
Επαγγελματίας. Ακούραστος. Άψογα προετοιμασμένος, κατάλληλα ντυμένος. Φαρδιά ρούχα με άπειρες πτυχές και τσέπες. Ένα μακρύ λιγδιασμένο κατάμαυρο παλτό. Αποκρουστικός και σιχαμένος. Αλλά επαγγελματίας. Οσμιζόταν από μακριά ποιος θα του έδινε, κατάφερνε άλλους, απέφευγε τους αρνητικούς. Τα νομίσματα που του άφηναν στη χούφτα τα εξαφάνιζε αστραπιαία σε κάποια απ’ τις δεκάδες τσέπες του χωρίς ν’ ακούγεται το παραμικρό.
Στριφογύριζε με απίστευτη ευλυγισία για τα χρόνια του και τα κιλά του ανάμεσα στο αγχωμένο και νυσταγμένο πλήθος παριστάνοντας τον ανήμπορο. Τα μάτια του όμως έτρεχαν σαν δαιμονισμένα στις τσέπες του κόσμου και στις τσάντες των γυναικών. Όταν έβλεπε κάποιο πιθανό στόχο στεκόταν δίπλα. Χτυπούσε όταν το βαγόνι έφτανε στον επόμενο σταθμό. Έπεφτε άγαρμπα πάνω στο θύμα κατακλύζοντάς το απ’ τη βρόμα του. Έκανε πως ήθελε να βγει κι όλοι άνοιγαν με αποστροφή. Όταν γλιστρούσε έξω απ’ τις πόρτες είχε στο χέρι του, κάτω απ’ το παλτό, το πορτοφόλι του θύματος. Στην αποβάθρα έκανε ότι έβηχε κι έβαζε μέσα στο παλτό το αηδιαστικό μούτρο του. Έψαχνε, έβγαζε τα λεφτά και το επόμενο δευτερόλεπτο ξεφορτωνόταν το πορτοφόλι. Συχνά προλάβαινε να πάρει τον ίδιο συρμό μπαίνοντας στο πίσω βαγόνι, άλλες φορές όμως έμενε στην αποβάθρα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έχασα έτσι.
Είχε μερικά σταθερά δρομολόγια τα οποία ακολουθούσε κάθε μέρα, αλλά με διαφορετική σειρά. Ήξερε να μην ξαφρίζει τους ίδιους κάθε μέρα. Πήγαινε απ’ τη μια άκρη της πόλης στην άλλη. Το ωράριό του όμως το τηρούσε πάντα. Δώδεκα ακριβώς η δουλειά σταματούσε. Έβγαινε έξω και ξάπλωνε σε κάποιο παγκάκι. Απ’ τις αμέτρητες κρυψώνες των ρούχων του ανέσυρε το φαγητό του κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Συχνά έβγαζε και τις άθλιες αρβύλες του κι απολάμβανε το γεύμα του αδιαφορώντας για τα πάντα. Τα χέρια του, πασαλειμμένα με μουστάρδα χάιδευαν τα ρούχα του εισχωρώντας στις διάφορες κρυψώνες κι έβγαιναν γεμάτα νομίσματα. Τα κοίταγε με λαχτάρα, τα σήκωνε στο φως κι έπειτα τα ξανάριχνε μαζί με τ’ άλλα.
Όταν η ώρα πήγαινε μία η δουλειά ξανάρχιζε. Ανανεωμένος άφηνε τη δουλικότητά του να ξεδιπλωθεί με όλη της την ξεδιαντροπιά.
«Είμαι άρρωστος μεσιέ».
«Για την κορούλα μου, μαντάμ».
Κι όσο πιο προκλητικός κι επίμονος γινόταν, τόσο ο κόσμος του έδινε. Είπαμε, ήταν επαγγελματίας.
Τον ακολουθούσα άφοβα. Μέρες ολόκληρες. Δεν κοιτούσε ποτέ πίσω του. Δεν φοβόταν. Δεν υπολόγιζε κανέναν. Αντίθετα, πολλοί τον φοβόντουσαν κι οι περισσότεροι τον σιχαίνονταν. Μια φορά τέσσερις νεαροί τον πλησίασαν για να τον ληστέψουν. Δεν δίστασε να τους πετάξει το μισοάδειο μπουκάλι με το κρασί του βγάζοντας αγριοφωνάρες και τρέποντάς τους σε φυγή.
Δυο φορές στα βαγόνια είχε πέσει πάνω μου δήθεν τυχαία ξεψαχνίζοντάς με. Ποτέ του όμως δεν σήκωσε το βλέμμα να με κοιτάξει.
Όταν πήγαινε τέσσερις, όπου κι αν βρισκόταν σταματούσε κι έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι. Όσο πλησίαζε στο σταθμό του, επειδή ήταν η διαδρομή που έκανε κάθε μέρα, καθόταν ήσυχος και δεν σούφρωνε τίποτα εκτός κι αν συναντούσε κάποιο πορτοφόλι προκλητικά εκτεθειμένο που ο καθένας θα μπορούσε ν’ αρπάξει.
Πήγαινε κατευθείαν σπίτι. Ανέβαινε τα ατέλειωτα σκαλιά σαν έφηβος. Έδειχνε ότι λαχταρούσε να φτάσει σπίτι σαν να τον περίμενε κάποιος πολύ αγαπημένος του. Κι έτσι ήταν. Εγώ ήξερα ποιος, ή καλύτερα τι, τον περίμενε.
Τα λεφτά του.
Δεν έβγαινε άλλο, εκτός κι αν ήταν Παρασκευή απόγευμα που πήγαινε μέχρι το μικρό μπακάλικο της γειτονιάς κι αγόραζε ζαμπόν, τυρί και σαρδέλες. Μετά κλειδαμπαρωνόταν μέσα. Αυτός και τα λεφτά του.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο με τραβούσε η παρακολούθηση του γέρου. Τα βράδια στο σπίτι προσπαθούσα να υπολογίσω πόσα έβγαζε. Κατέληγα σ’ ένα εξωπραγματικό νούμερο κι έλεγα πως είχα κάνει λάθος. Τα νομίσματα όμως που του άφηναν στη χούφτα ήταν αληθινά, τα έβλεπα με τα μάτια μου κάθε μέρα.
Κάθε απόγευμα ο γέρος κουβαλούσε στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του ένα σεβαστό ποσό. Δεν ήξερα πόσα χρόνια έκανε αυτή τη δουλειά. Όσο καιρό τον παρακολουθούσα δεν είχε πατήσει το πόδι του σε τράπεζα.
Πρέπει όλα του τα λεφτά να τα έκρυβε στο σπίτι του.
Πρέπει να είχε μια κρυψώνα.
Ένα απόγευμα Παρασκευής περίμενα να βγει για τα καθιερωμένα ψώνια του. Όταν απομακρύνθηκε πλησίασα στο παράθυρό του με σκοπό να κοιτάξω μέσα. Δεν έφτανα. Κοίταξα γύρω κι όταν σιγουρεύτηκα ότι δε φαινόταν κανείς πιάστηκα απ’ το πρεβάζι και με μια έλξη μπόρεσα να ρίξω μια ματιά μέσα.
Υπήρχε ένα ντιβάνι και μια παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση που ήξερα ότι θα ήταν αναμμένη. Το χαρακτηριστικό τρεμόπαιγμα του φωτός που δημιουργούσε κι έβγαινε απ’ το παράθυρο δε σταματούσε όλη τη νύχτα. Ο γέρος χαμήλωνε τη φωνή και κοιμόταν μ’ αυτή. Δεν κατάφερα να διακρίνω τίποτα άλλο. Έφυγα αγχωμένος και γεμάτος άσχημες σκέψεις.
Τις Κυριακές δε δούλευε. Έβγαινε αργά και πήγαινε βόλτες. Ξάπλωνε σε κάποιο παγκάκι, έτρωγε κι έπινε το κρασί του. Τίποτα σταθερό. Μπορεί να γυρνούσε σε δύο ώρες, μπορεί σε πέντε.
Την επόμενη Παρασκευή τόλμησα κάτι παραπάνω. Περίμενα απέναντι απ’ το μπακάλικό του. Μόλις τον είδα να έρχεται από μακριά μπήκα κι έκανα ότι ψώνιζα. Σε λίγο έφτασε κι εκείνος. Η γριά μπακάλισσα μόλις τον είδε ξίνισε τα μούτρα. Παρήγγειλε τυρί με τη βαθιά φωνή του. Η γριά μου ζήτησε συγνώμη και τον εξυπηρέτησε εκνευρισμένη.
Δεν θα μπορούσε να είχε πάει καλύτερα. Όταν ο γέρος έφυγε, η γριά μου είπε ό,τι ήθελα να μάθω χωρίς να τη ρωτήσω.
«Δεν έχει κανέναν στο κόσμο, μεσιέ. Είναι ένας ζητιάνος, ένας σιχαμερός ζητιάνος. Όλη μέρα ζητιανεύει. Εδώ και σαράντα χρόνια. Και ξέρετε κάτι; Δεν ξοδεύει παρά ελάχιστα».
Έφυγα και σε όλο το δρόμο οι σκέψεις μου με βασάνιζαν. Τα λεφτά. Τα φύλαγε σπίτι του. Ήμουν σίγουρος. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου προσπαθούσα να υπολογίσω πόσα μπορεί να ήταν το κομπόδεμα του γέρου. Μια μέρα είχα μετρήσει πάνω από τετρακόσιες ελεημοσύνες να έρχονται στα βρομόχερά του. Ένα φράγκο; Μισό; Καμιά φορά και περισσότερο. Τριακόσια φράγκα; Τετρακόσια; Την ημέρα. Δυο, τρία χιλιάρικα τη βδομάδα. Δέκα το μήνα. Χώρια τα πορτοφόλια. Όσο για τα έξοδά του; Μηδαμινά. Ανατρίχιασα αναλογιζόμενος το ποσό που μπορεί να κρυβόταν στην τρύπα του.
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν πώς θα μπω στο σπίτι του.
Δεν μπορούσα να φανταστώ άλλο τρόπο να τον κλέψω παρά να διαρρήξω το σπίτι του και να του αρπάξω το κομπόδεμα. Αν έμπαινα μέσα ένα οποιοδήποτε πρωινό καθημερινής θα ‘χα όλο το χρόνο στη διάθεσή μου να το βρω. Στο μυαλό μου είχα την εικόνα μιας βαλίτσας γεμάτης χιλιάρικα.
Ο ύπνος με τύλιξε χωρίς να το καταλάβω τα ξημερώματα. Όταν ξύπνησα ήταν απόγευμα. Οι τύψεις μ’ είχαν περικυκλώσει με την πικρή τους γεύση. Αντιστάθηκα και δεν πήγα έξω απ’ το σπίτι του γέρου. Την άλλη μέρα το ίδιο. Την τρίτη όμως μέρα, εφτά παρά, ήμουν στην απότομη σκάλα. Όταν ο γέρος έφυγε πήγα με θράσος στην πόρτα του. Προσποιήθηκα πως κάποιον έψαχνα κι εξέτασα τις κλειδαριές. Ήταν δύο, η μία ασφαλείας. Ήμουν τυχερός. Ήταν αρκετά παλιές. Γερές, αλλά παλιές. Τις ήξερα. Μπορούσα να τις διαρρήξω. Βλέπετε, ο πατέρας μου στο χωριό αυτή τη δουλειά έκανε. Ήταν κλειδαράς. Μέχρι τα δεκαοχτώ μου τον βοηθούσα.
Έμενε μόνο ν’ αποφασίσω την ημέρα που θα χτυπούσα.
Διάλεξα την επόμενη Τρίτη. Την παραμονή τον παρακολούθησα για μια ώρα. Ήταν σε φόρμα. Δούλευε όπως πάντα. Γύρισα σπίτι και προσπάθησα να ηρεμήσω.
Το επόμενο πρωινό άνοιξε την πόρτα στην ώρα του. Τον ακολούθησα με τρεμάμενα πόδια. Δεν γύρισε ούτε μια φορά πίσω του. Αλλάζαμε βαγόνια και δρομολόγια μέχρι τις εννιά. Ζητιάνευε κανονικά. Τον άφησα στην άλλη άκρη της πόλης και γύρισα προς την Μονμάρτρη. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Σκεφτόμουν τα λεφτά. Το κομπόδεμά του. Η φαντασία μου έπλαθε απίστευτα ποσά, προχωρούσε παρακάτω και μου ‘δειχνε ανεκπλήρωτα όνειρα. Τρελά όνειρα.
Ανέβαινα τα σκαλιά μ’ ένα μεγάλο κενό στο μυαλό μου. Λειτουργούσα σαν υπνωτισμένος μέχρι που έφτασα έξω απ’ την πόρτα του. Χρειάστηκε να περιμένω αρκετά για να μην περνάει κανείς. Όταν το πεδίο ελευθερώθηκε παραβίασα τις κλειδαριές.
Μου πήραν πέντε λεπτά χωρίς να τις χαλάσω. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πίσω, μπήκα στην τρύπα του γέρου.
τέλος πρώτου μέρους (1 από 2)
συνεχίζεται

Labels:

Tuesday, September 12, 2006

Τα πάντα γύρω από το έγκλημα και το δολοφόνο

Ο τρόπος σκέψης των κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων, το προφίλ του εγκληματικού νου και η διερεύνηση των εγκλημάτων

ΤΖΟΝ ΝΤΑΓΚΛΑΣ, ΜΑΡΚ ΟΛΣΕΙΚΕΡ, Στο μυαλό των σίριαλ-κίλερς, μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2004, σ.480, €19
BRIAN INNES, Το προφίλ του εγκληματικού νου, μτφρ. Αγγελική Βάσιλα, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2004, σ. 256, €19,70
DAVID OWEN, Εργαστήριο εγκληματολογίας (Διερεύνηση ανεξιχνίαστων εγκλημάτων), μτφρ. Δήμος Αυγερινός, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2003, σ.128, €14,90

Τρεις πρόσφατες εκδόσεις αφιερωμένες στο έγκλημα, στον δολοφόνο και στον τρόπο σκέψης του, αλλά και στην προσπάθεια της αστυνομίας για την αντιμετώπισή του. Οι κατ’ εξακολούθηση δολοφόνοι, τα αποτρόπαια εγκλήματά τους και μια συστηματική έρευνα που εξελίχθηκε σε επιστήμη: η σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία.

Ο Τζων Ντάγκλας είναι ένας πρώην πράκτορας του FBI που διέπρεψε στο επάγγελμά του κι έγινε ένας ζωντανός μύθος. Στο βιβλίο του Στο μυαλό των σίριαλ-κίλερς (αυθεντικός τίτλος Mindhunter) που έγραψε με τη βοήθεια του Μαρκ Ολσέικερ και έγινε σούπερ μπεστ σέλερ στην Αμερική, περιγράφει τις έρευνές του και την αδιάκοπη μελέτη του ακριβώς για τον τρόπο σκέψης των κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων.
Ο Ντάγκλας προσπαθεί να «μπει» τόσο στο μυαλό του δολοφόνου, όσο και του θύματος. Μετά από εκατοντάδες υποθέσεις, του αρκεί να δει το μέρος όπου έγινε το έγκλημα -πολλές φορές μόνο από φωτογραφίες- και να καταλήξει σ’ ένα ολοκληρωμένο προφίλ του δολοφόνου με το οποίο η αστυνομία θα καταφέρει τις περισσότερες φορές να τον συλλάβει.
Ο Ντάγκλας ως ένας σύγχρονος Σέρλοκ Χολμς (μεγάλη σύμπτωση: το πατρικό της μητέρας του ήταν Χολμς) από το σκηνικό του φόνου, από το πώς συμπεριφέρθηκε ο δολοφόνος στο θύμα, από το πού και το πώς του επιτέθηκε μαντεύει την ηλικία (αν και είναι το στοιχείο που λαθεύει συχνότερα) του δολοφόνου, πώς συνηθίζει να ντύνεται, με τι αυτοκίνητο μετακινείται, αν μένει μόνος του και ένα σωρό άλλες πληροφορίες. Το 1979, στην υπόθεση του Δολοφόνου του Μονοπατιού, που σκότωνε πεζοπόρους στη Βόρειο Καλιφόρνια, προέβλεψε ότι ο δολοφόνος ήταν ψευδός. Υπερβολή; Κι όμως υπάρχει λογική εξήγηση και ο συγγραφέας την εξηγεί διεξοδικά.
Ο Ντάγκλας αφού ερεύνησε εκατοντάδες δολοφονίες απαντά ότι δεν ξέρει αν γεννιέται ή γίνεται ο εγκληματίας, ούτε γνωρίζει πώς διαπράττεται το τέλειο έγκλημα. Μας δίνει όμως μία ανθρωποκτονική τριάδα που μαρτυρά τον εγκληματία: Ο βασανισμός μικρών ζώων, η ενούρηση σε μεγάλη ηλικία κι ο εμπρησμός.
Αναφέρεται λεπτομερώς στις φαντασιώσεις των κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων και στη σχέση που έχουν με το αστυνομικό επάγγελμα. Πολλοί από αυτούς θέλησαν να γίνουν αστυνομικοί και δεν τα κατάφεραν ακολουθώντας συναφή επαγγέλματα όπως φύλακας ασφαλείας ή νυχτοφύλακας. Χρησιμοποιούν δε αυτοκίνητα ίδια μοντέλα με τα αστυνομικά ή αγοράζουν πρώην αστυνομικά. Επίσης πολύ συχνά προσπαθούν να εμπλακούν στην αστυνομική έρευνα, έχουν φίλους αστυνομικούς, και για να ικανοποιούν τη φαντασίωση τους, αλλά και για να μαθαίνουν πληροφορίες εκ των έσω για την ενδεχόμενη σύλληψή τους.
Όσο για τα κίνητρά τους, ο Αμερικανός πράκτορας δίνει τρία βασικά: Κυριαρχία, χειριστικότητα (δυστυχώς στη μετάφραση δε δίνεται ο αγγλικός όρος, αλλά ο Ντάγκλας το εννοεί με την ικανότητα να χειριστείς μία δύσκολη κατάσταση), έλεγχος. Όλα αυτά δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων έχει πολύ ανεπτυγμένο δείκτη νοημοσύνης. Ο Ντάγκλας τους θεωρεί «οργανωμένους» δράστες: όσο προχωρούν στα εγκλήματά τους εξελίσσονται και βελτιώνονται λιγοστεύοντας τα λάθη και τις απροσεξίες τους, αλλά ταυτόχρονα εξελίσσονται και οι φαντασιώσεις τους. Αντίθετα «αποδιοργανωμένοι» είναι οι δράστες που ξεκινώντας με σκοπό να ληστέψουν ή να βιάσουν μία γυναίκα καταλήγουν να την σκοτώσουν.
Η εξομολόγηση του συγγραφέα είναι αποκαλυπτική και η γραφή του χειμαρρώδης. Το βιβλίο έχει μεγάλο ενδιαφέρον, είναι κάτι που δεν διαβάζεις καθόλου συχνά, ούτε μπορείς να συνειδητοποιήσεις εύκολα το αντικείμενο της δουλειάς του Ντάγκλας. Αλήθεια τι δουλειά μπορεί είναι αυτή και τι νεύρα - αυτοκυριαρχία πρέπει να διαθέτεις για να την εξασκείς όταν πηγαίνεις να δουλέψεις με στοιχεία που σου δίνει το πτώμα ενός δολοφονημένου ανθρώπου; Κι όταν πολύ συχνά πρόκειται για κάποιο παιδί;
Κι όμως αυτός ο πράκτορας δούλευε για χρόνια σε εκατοντάδες υποθέσεις ανεξιχνίαστων δολοφονιών σ’ ολόκληρη την Αμερική. Λύνοντας τις περισσότερες από αυτές κέρδισε μια φήμη που ξεπέρασε τα όρια του FBI σε σημείο να τον συμβουλεύονται συγγραφείς όπως ο Thomas Harris για τη δημιουργία του πασίγνωστου χαρακτήρα του βιβλίου του Η σιωπή των αμνών: του δόκτωρ Χάνιμπαλ.

*
Το Προφίλ του εγκληματικού νου του Brian Innes είναι ένα πλήρες, προσεγμένο βιβλίο με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και ενδεικτική βιβλιογραφία.
Αρχικά εξετάζει αν υπάρχει εγκληματική προδιάθεση στον άνθρωπο ξεκινώντας απ’ τον καθηγητή της ιατροδικαστικής Τσέζαρε Λαμπρόζο που τον 19ο αιώνα υποστήριξε την τολμηρή θεωρία σύμφωνα με την οποία οι διάφοροι τύποι εγκληματιών μπορούν να εντοπιστούν από τα φυσικά τους χαρακτηριστικά, φτάνοντας μέχρι τις πιο σύγχρονες ανάλογες θεωρίες.
Μεγάλο μέρος κι αυτού του βιβλίου όπως και του Ντάγκλας περιλαμβάνει τις έρευνες και τις μελέτες ειδικών ψυχολόγων και αστυνομικών γύρω απ’ τη σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία. Αναλύει διεξοδικά πολλές περιπτώσεις εγκληματιών και κατ’ εξακολούθηση δολοφόνων σε όλο τον κόσμο δίνοντας πληροφορίες και λεπτομέρειες για τον τρόπο σκέψης και δράσης τους χωρίζοντάς τους σε κατηγορίες και σε τύπους επιτιθέμενου δράστη.
Μερικοί από τους κατ’ εξακολούθηση δολοφόνους που παρουσιάζονται έχουν παγκόσμια φήμη όπως ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης, ο Τσαρλς Μάνσον ή ο Τζέφρι Ντάμερ κι άλλοι είναι λιγότερο γνωστοί όμως τα εγκλήματά τους είναι το ίδιο ανατριχιαστικά. Ο αναγνώστης διαβάζοντας τις κινήσεις της αστυνομίας μέχρι τη σύλληψή τους γρήγορα καταλαβαίνει πως η σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία δεν συμβάλει απλώς στη σύλληψή του, αλλά είναι σχεδόν πάντα η αρχή των ερευνών και το βασικό -συχνά το μοναδικό- όπλο των αστυνομικών σε περιπτώσεις που τα υπόλοιπα στοιχεία είναι ελάχιστα ή μηδαμινά.
Τα τελευταία χρόνια οι Αμερικανοί πράκτορες του FBI (όπως ο Ντάγκλας) έχουν προχωρήσει στη δημιουργία μιας Μονάδας Επιστημών Συμπεριφοράς που έχει σαν πρωταρχικό στόχο τη σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν έχουν εξελιχτεί με τα χρόνια και την εμπειρία των ειδικών πρακτόρων που δε σταματούν να εμπλουτίζουν τη βάση δεδομένων τους από κάθε έγκλημα σε κάθε γωνιά της γης. Από την προσπάθεια να κατανοήσουν και να καταγράψουν τις σχέσεις μεταξύ των δολοφόνων, (πώς ο ένας θαυμάζει ή αντιγράφει τον άλλο), τη μελέτη και την εξέταση του γραφικού χαρακτήρα σε περιπτώσεις απαγωγών ή εκβιασμών φτάνοντας στους μοντέρνους ανιχνευτές ψεύδους και στα μυστικά της ανάκρισης. Επίσης, για τις περιπτώσεις ομηρίας, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν και στη χώρα μας, και για το περίφημο σύνδρομο της Στοκχόλμης: όταν δηλαδή ο όμηρος παίρνει το μέρος του δράστη και σχεδόν ταυτίζεται μ’ αυτόν.

*

Το εργαστήριο εγκληματολογίας του μηχανικού David Owen έχει σαν θέμα του τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από τις ιατροδικαστικές αρχές για την εξιχνίαση εγκλημάτων.
Περιγράφει το πώς εξελίχτηκε η επιστήμη στο πλευρό του νόμου: απ’ την ανακάλυψη των αποτυπωμάτων και τις βαλλιστικές έρευνες στην ανίχνευση των δηλητηρίων παραθέτοντας παραδείγματα από γνωστές και μη υποθέσεις. Απ’ την αναγνώριση του κατ’ εξακολούθηση δολοφόνου Τεντ Μπάντι χάρη σ’ ένα οδοντικό αποτύπωμα που βρέθηκε πάνω σ’ ένα θύμα του μέχρι την Κάρολ Γκριλς η οποία δηλητηρίαζε τα θύματά της με θάλλιο και στη φυλακή απέκτησε το παρατσούκλι «Θεία Θάλη». Μνημονεύεται επίσης η δολοφονία του Βούλγαρου αντικαθεστωτικού Γκιόργκι Μαρκόφ που εργαζόταν στο BBC στο Λονδίνο από πράκτορες της κυβέρνησης της Βουλγαρίας. Ο Μάρκοφ δηλητηριάστηκε από ένα ειδικό όπλο κρυμμένο σε μια ομπρέλα. Ο δολοφόνος απλώς «τσίμπησε» με την άκρη της ομπρέλας του τον Μάρκοφ στο πόδι, διοχετεύοντάς του όμως στο αίμα ρικίνη, ένα δηλητήριο πεντακόσιες φορές πιο δυνατό από το υδροκυάνιο. Υπόθεση που θυμίζει τη σύγχρονη απόπειρα δολοφονίας με δηλητηρίαση του Ουκρανού πολιτικού Βίκτορ Γιουστσένκο.
Επίσης ο συγγραφέας δίνει πληροφορίες για την διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων, αλλά και για την πρώτη βομβιστική επίθεση στο παγκόσμιο κέντρο εμπορίου και την μετέπειτα μοιραία επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε ότι και τα τρία βιβλία κινούνται στον ίδιο χώρο, (πολλές υποθέσεις είναι κοινές, ο μαύρος κατά συρροήν δολοφόνος Μ. Ουίλιαμς βρίσκεται και στα τρία) και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη που ενδιαφέρεται για την ψυχολογία, την αστυνομική έρευνα (και τα αστυνομικά μυθιστορήματα), τη λογική και την επίλυση προβλημάτων.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή
φωτογραφίες από το επίσημο site της Ιταλικής Αστυνομίας
πίσω από τον σκοπευτή δεξιά διακρίνεται ο περίφημος τρούλος του καθεδρικού ναού της Φλωρεντίας έργο του διάσημου Μπρουνελέσκι.

Labels: ,

Sunday, September 10, 2006

Κριτική Λουκαρέλι Μέρα με τη μέρα

Κάρλο Λουκαρέλι, Μέρα με τη μέρα, αστυνομικό μυθιστόρημα, μτφ. Δήμητρα Δότση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005, σ. 242

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική εκδοτική αγορά στρέφεται όλο και περισσότερο στο σύγχρονο ιταλικό αστυνομικό μυθιστόρημα με συγγραφείς όπως ο Μάσιμο Καρλότο (Το μυστικό του Μαντζαμπάρκε) κι ο Μικέλε Τζούταρι (Σκράμπλ), ενώ κάπως αργοπορημένα ανακαλύπτει τον Κάρλο Λουκαρέλι, πασίγνωστο στη γειτονική χώρα κυρίως λόγω της εκπομπής του, Μυστήρια της Ιταλίας, στην κρατική τηλεόραση. Ο Λουκαρέλι είναι σήμερα ένας από τους κορυφαίους αστυνομικούς συγγραφείς με πάνω από δέκα βιβλία στο ενεργητικό του και το Μέρα με τη μέρα αποδεικνύει τις πραγματικά μεγάλες δυνατότητές του.

Η ιταλική κοινωνία του εικοστού πρώτου αιώνα, πολιορκημένη από την ηλεκτρονική εποχή, ταυτόχρονα με την αγωνιώδη προσπάθεια μίμησης κάθε αμερικανισμού σημαδεύει το βιβλίο. Ο Λουκαρέλι έχει επηρεαστεί από τα αμερικάνικα θρίλερ τόσο τα έντυπα όσο και τα τηλεοπτικά, και δεν προσπαθεί να το κρύψει. Άλλωστε το ίδιο έχει συμβεί και στην τοπική εγκληματικότητα και αντίστοιχα και στην ιταλική αστυνομία που λίγο πολύ αντιγράφουν τις αμερικανικές μεθόδους.

Ο Βιτόριο είναι ένας επαγγελματίας δολοφόνος που επικοινωνεί μόνο μέσω ιντερνέτ, ο Άλεξ δουλεύει σε μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών του διαδικτύου κι η Γκράτσια είναι μια αστυνομικός παθιασμένη με τη δουλειά της που ταυτόχρονα όμως προσπαθεί να μείνει και γυναίκα. Οι ζωές των τριών ηρώων θα μπλεχτούν σ’ ένα αδυσώπητο κυνήγι βουτηγμένο στο αίμα και την αγωνία.

Ο Λουκαρέλι σκάβει βαθιά στις ψυχές των ηρώων και περιγράφει με μεγάλη υπομονή και ψυχραιμία τους λαβύρινθους της ύπαρξης και τα παιχνίδια της μοίρας. Καταφέρνει με μια ξεχωριστή ικανότητα άλλοτε να κάνει τις σκηνές να κυλάνε με κινηματογραφική ταχύτητα κι άλλοτε να φρενάρει το ρυθμό μπαίνοντας στο μυαλό του δολοφόνου ή στην ανθρώπινη αγωνία της αστυνομικού. Δίνει στην υπόθεση ένα ιδιαίτερο βάρος στους νέους, ο Άλεξ είναι η καλύτερη εικόνα, και στο αδιέξοδο που βρίσκονται μπροστά στους εξαντλητικούς ρυθμούς της σημερινής εποχής και της αποξένωσης του διαδικτύου. Το τραγούδι του Λουίτζι Τέκνο, Un giorno dopo laltro, απ’ όπου κι ο τίτλος, ξεκινάει θέλοντας να δώσει μια μελαγχολική νότα στο βιβλίο, αλλά τελικά η μελαγχολία διαποτίζει τους περισσότερους ήρωες ρίχνοντάς τους σε μια κατάσταση συλλογισμού και σιωπής.

Ο Λουκαρέλι είναι φανερό ότι παίζει στα δάχτυλα τη σύγχρονη Ιταλία. Έχει μελετήσει τα μυστήριά της, τις υποθέσεις που άγγιξαν τους ιταλούς, τα άλυτα αινίγματα, τις πολιτικές ίντριγκες, τη μαφία, αλλά και κάποια «καθημερινά» εγκλήματα που δείχνουν το παράλογο της σημερινής κοινωνίας. Μ’ αυτό το βιβλίο δείχνει το δρόμο του σύγχρονου αστυνομικού θρίλερ όσο και της σημερινής ανθρώπινης ψυχής.

Labels: ,

Monday, September 04, 2006

Σύντομη κριτική Μπάνβιλ Πράγα

Μια σύντομη κριτική για ένα εξαιρετικό βιβλίο.
Κρίμα που δύο άλλα της ίδιας σειράς, για την Φλωρεντία και το Παρίσι, είναι πολύ κατώτερα και δεν συστήνονται προς αγορά.


Τζον Μπάνβιλ Πράγα, σειρά Πορτρέτα μιας πόλης, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2005, μτφ. Λύο Καλοβυρνάς, σ. 284

Μια μουσική για μια μελαγχολική και σπαρακτικά ερωτεύσιμη πόλη. Ο Μπάνβιλ γράφει ζωγραφίζοντας το χιόνι που σκεπάζει τα κολλητά σπίτια δίπλα στο ποτάμι, τη μεθυστική ομίχλη που αγκαλιάζει τα αγάλματα στη γέφυρα του Καρόλου κι ανάγει την Πράγα σ’ ένα φανταστικό μέρος όπου μια αλλόκοτη γοητεία μεθάει απροειδοποίητα τους ανύποπτους επισκέπτες. Μέσα στην καρδιά μιας παγερής νύχτας άφθονα ποτήρια της καλύτερης μπίρας του κόσμου δένουν με τζαζ μουσική κάτω από μαυρισμένο ξύλο και πέτρινα θολωτά ταβάνια κάποιου μπαρ, την ώρα που η ποίηση έρχεται μέσα σου τόσο φυσικά… Η Πράγα είναι η πατρίδα του Κάφκα, είναι η μάλα στράνα, είναι οι φυλακισμένες ψυχές που έρχονται να δείξουν με μια πρωτοφανή σκληρότητα πόσο κοντά είναι η τέχνη του λόγου στην αρρώστια της ψυχής, στη μελαγχολία. Η Πράγα είναι η πόλη που το όνειρο συνάντησε τον άνθρωπο κι ο συγγραφέας είναι ένας από τους λίγους που μπόρεσαν να το διακρίνουν και να το περιγράψουν.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή

(Θα απαντήσω σε τυχόν σχόλια από Παρασκευή, ευχαριστώ)

Labels: ,

Friday, September 01, 2006

Επιστροφή με Μάυρη Ντάλια

1 Σεπτεμβρίου πίσω.

Χαιρετισμούς σε όλους φίλους και σε όποιους (;) έλειψα έστω και ηλεκτρονικά, αλλά ειδικά στους scalidi και librofilo (αν και δεν μου 'δωσε το όσκαρ).

Δημοσιεύω μια κριτική για το βιβλίο σχετικά με το έγκλημα της Μαύρης Ντάλιας που θα δημοσιευτεί πιθανότατα στο Διαβάζω του Σεπτεμβρίου.
Το βιβλίο κρύβει ένα μυστικό που αν το αποκαλύψεις είναι σαν να αποκαλύπτεις το τέλος μιας ταινίας.
Στην Ελευθεροτυπία όμως, στις σελίδες του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ, δημοσιεύτηκε κατακαλόκαιρο εκτενές άρθρο που βγάζει το μυστικό φόρα παρτίδα. (όχι, δεν είναι ο φίλος Ρούβαλης, ο δράστης).
τέλος πάντων, δεν έγινε και τίποτα. Απλώς ένα βιβλίο κερδίζει με κάτι ανάλογες μικρές ή μεγάλες εκπλήξεις που γεννάει στον αναγνώστη.

Παραθέτω φωτογραφίες (ναι ως κι εγώ κατάφερα να ποστάρω φωτογραφίες) από το επίσημο site της Μαύρης Ντάλιας που δεν δημοσιεύονται στο βιβλίο.
Είναι λίγο ανατριχιαστικές, απομακρύνετε τα παιδιά.
Καινούργια βιτρίνα ο librofilo; Με φώτο εγώ! Προοδεύουμε παιδί μου...


Η πραγματικότητα πέρα από κάθε φαντασία

Στιβ Χόντελ Ο εκδικητής της μαύρης Ντάλιας: Η αληθινή ιστορία, ντοκουμέντο, μτφ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη, πρόλογος Τζέιμς Ελρόυ, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2006, 30 ευρώ.





Το έγκλημα: Λος Άντζελες, αρχές του 1947. Η Ελίζαμπεθ Σορτ, μια όμορφη νεαρή γυναίκα βρίσκεται φριχτά δολοφονημένη. Έχει βασανιστεί κι ο δολοφόνος την έχει κόψει τα στα δύο τοποθετώντας συμμετρικά και σαν σε πόζα τα κομμάτια της σ’ ένα χωράφι. Πολύ γρήγορα οι εφημερίδες κι οι δημοσιογράφοι την ονομάζουν Μαύρη Ντάλια. Η ομορφιά της κοπέλας, οι διάφοροι μύθοι που αναπτύχτηκαν ταχύτατα γύρω από το όνομα και τη ζωή της όπως κι η εμφάνιση ενός ανθρώπου που, υπογράφοντας σαν ο εκδικητής της Μαύρης Ντάλιας, έστελνε μηνύματα στην αστυνομία, αλλά και η αδυναμία της τελευταίας να βρει το δράστη ανέδειξαν αυτή την αποτρόπαια δολοφονία σαν τη διασημότερη μη εξιχνιασμένη υπόθεση στην ιστορία της αστυνομίας του Λος Άντζελες.
Ο συγγραφέας: Στιβ Χόντελ, συνταξιούχος πλέον, πρώην ντετέκτιβ στην προαναφερθείσα αστυνομία με πάνω από τριακόσιες υποθέσεις εγκλημάτων εξιχνιασμένες, κι ένα διάστημα ιδιωτικός ντετέκτιβ στην ίδια πόλη. Ο Χόντελ ανακαλύπτει κάτι τυχαία που θα του αλλάξει όλη του τη ζωή. Ένα στοιχείο που μπορεί να τον οδηγήσει στο δολοφόνο της Μαύρης Ντάλιας, αλλά και να καταστρέψει μια για πάντα την ψυχική του γαλήνη. Ο συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που ξεπερνάει κάθε φαντασία πρώτα απ’ όλα για εκείνον. Κι αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να πούμε χωρίς να σας στερήσουμε το μυστικό που κρύβει το βιβλίο. Όμως δε δειλιάζει, αφιερώνεται σε εξαντλητική έρευνα, παλεύει με τη γραφειοκρατία, με την αδιαφορία της αστυνομίας, με τον ίδιο το χρόνο αφού έχουν περάσει σχεδόν εξήντα χρόνια από το έγκλημα, και στο τέλος οι κόποι του ανταμείβονται. Θα ανακαλύψει όχι μόνο τον δολοφόνο παραθέτοντας αδιάσειστα στοιχεία, αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος άνθρωπος, άλλοτε μόνος του κι άλλοτε με έναν συνεργό, ευθύνεται για τουλάχιστον άλλους δέκα φόνος γυναικών στην ίδια περιοχή. Όμως αυτά δεν θα τον εκπλήξουν τόσο όσο το ότι η αστυνομία γνώριζε τον δράστη αλλά κουκούλωσε την υπόθεση.
Είναι στιγμές που το βιβλίο σου προκαλεί ανατριχίλα και η σκέψη ότι όλα αυτά συνέβησαν στην πραγματικότητα σε συνοδεύει καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Θα μπορούσε να είναι και η βιογραφία ενός ιδιαίτερα ευφυούς άνθρωπου ο οποίος υπακούοντας σε τυφλά ένστικτα κι ακολουθώντας τα χνάρια του Ντε Σαντ ξεπερνάει κάθε όριο και γίνεται ένας αιμοδιψής σίριαλ κίλερ. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κατορθώνει να μη συλληφθεί ποτέ παγιδεύοντας την αστυνομία στον ιστό της διαφθοράς που η ίδια είχε κατασκευάσει. Αληθινό, χορταστικό θρίλερ με όλη τη σημασία της λέξεως.


περισσότερα μαύρα στο μέλλον...

Labels: