Wednesday, September 27, 2006

Τούνελ (διήγημα)

Καθώς τα σκατά καλά κρατούν είπα να βγάλω πράμα.
Και αυτό το διηγηματάκι όπως και το Μονμάρτρη είναι αδημοσίευτο. Έλεγα να τα κρατήσω με σκοπό να τα συμπεριλάβω στο μέλλον σε κάποια ανθολογία διηγημάτων, αλλά μέχρι τότε ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Καλά να 'μαστε, θα γράψω άλλα.
Το παρόν νομίζω πως δεν είναι τόσο καλό όσο το Μονμάρτρη και είχα σκοπό να το ξαναδουλέψω λίγο. Δεν πειράζει, η μοίρα του ήταν ν' ανέβει στο δίκτυο σήμερα το βράδυ.

Το αφιερώνω σε όλους τους διαδικτυακούς, φίλους και γνωστούς όπως και στους σιωπηλούς μου αναγνώστες. Ειδικά όμως στον Librofilo! (έτσι για να γίνεται χαμός, χι,χι)



Τούνελ

Του Δημήτρη Μαμαλούκα


Η ιστορία που σημάδεψε την ύπαρξή μου συνέβη όταν ήμουν νέος. Υπερβολικά νέος. Στην ηλικία που πιστεύεις ακράδαντα ότι τίποτα δεν μπορεί να σε βλάψει.
Ήταν τα ξένοιαστα χρόνια των σπουδών μου στις Βρυξέλλες. Ζούσα μόνος μου σ’ ένα καθεστώς απόλυτης ελευθερίας.
Οι γονείς μου ήταν στην Θεσσαλονίκη. Μιλούσα σχεδόν κάθε μέρα μαζί τους. Όπως είναι φυσικό δεν μπορούσαν να συνηθίσουν την ιδέα ότι είχαν χάσει πια τον έλεγχο πάνω στο μοναχογιό τους. Μου έλεγαν να προσέχω, να μην ξενυχτώ, να οδηγώ προσεκτικά και να μην τρέχω. Δεν μπορούσαν όμως να με ελέγξουν. Έκανα ό,τι ήθελα. Και αργούσα, και μεθούσα, και δεν πρόσεχα καθόλου. Τα είπαμε, τίποτα δεν μπορούσε να με αγγίξει.
Ήμουν μόλις είκοσι ετών.
Ένα φθινοπωρινό απόγευμα του Σεπτεμβρίου γνώρισα την Μάρτα. Ήταν μια ψηλή ξανθιά Γερμανίδα, με υπέροχα μάτια. Σπούδαζε πολιτικές επιστήμες, ότι κι εγώ. Πριν τελειώσει η μέρα συνειδητοποίησα ότι την είχα ερωτευτεί. Για εκείνη όμως δεν ίσχυε το ίδιο. Κάναμε παρέα, βγαίναμε μαζί, αλλά καταλάβαινα ότι δεν της είχα πει και πολλά ερωτικά. Επέμενα να την φλερτάρω και όπως κάθε γυναίκα, είχε κολακευτεί. Ένα σαββατοκύριακο με κάλεσε για σκι στο ορεινό χωριό που είχε μεγαλώσει, στη Γερμανία. Πήγαμε μαζί με το τρένο μέσα από μια μαγευτική διαδρομή. Πέρασα υπέροχα κι αυτό γιατί εκεί φιληθήκαμε για πρώτη φορά.
Δεν ξαναπήγαμε στο χωριό της γιατί όλα τα επόμενα σαββατοκύριακα τα περάσαμε στο σπίτι μου και για να κυριολεκτώ, στο κρεβάτι μου. Ακολούθησαν υπέροχες μέρες. Όπως θεωρούσαμε ότι δεν κινδυνεύαμε από τίποτα, έτσι νομίζαμε ότι ο έρωτάς μας ήταν δυνατός σαν γροθιά πυγμάχου.
Εκείνες ήταν οι τελευταίες μέρες του παλιού, άφοβου εαυτού μου. Τις θυμάμαι σαν όνειρο. Που έμελλε να σβήσει μια εβδομάδα αργότερα.
Ήταν το πρώτο σαββατοκύριακο του Δεκεμβρίου που η Μάρτα αναγκάστηκε να πάει στο πατρικό της για να παρευρεθεί στο γάμο της πρώτης της ξαδέρφης. Την συνόδεψα στο σταθμό των τρένων την Παρασκευή το μεσημέρι. Δυστυχώς δεν μπορούσα να πάω μαζί της γιατί το επόμενο πρωί έδινα εξετάσεις σ’ ένα σημαντικό μάθημα. Δεν ήταν και το τέλος του κόσμου. Την Κυριακή το βράδυ θα την έσφιγγα και πάλι στην αγκαλιά μου. Δύο βράδια ήταν μόνο. Μήπως δεν είχα τι να κάνω; Μήπως δεν είχα τρελοπαρέα να κάνουμε ό,τι γουστάραμε; Να ξενυχτήσουμε και να μεθύσουμε αμέσως μετά τις εξετάσεις; Είχα. Είχα απ’ όλα. Στο μυαλό μου όμως εκείνες τις μέρες στριφογυρνούσε μόνο η Μάρτα.
Το Σάββατο το πρωί έδωσα τις εξετάσεις. Πήγα πολύ καλύτερα απ’ ό,τι φανταζόμουν. Μου έκατσαν όλα τα θέματα. Πίστεψα ότι ήμουν τυχερός. Ίσως ήμουν, αλλά ίσως να μην έπρεπε να προκαλέσω άλλο την τύχη μου. Ίσως η μοίρα μου να μην ήθελε να δω τη Μάρτα πριν απ’ το βράδυ της Κυριακής. Εγώ όμως ήθελα να πάω κοντά της όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ίσως αυτό ήταν το λάθος μου.
Αντί να μείνω με τους φίλους μου και να γλεντήσουμε μέχρι τελικής πτώσεως έτρεξα σπίτι, ετοίμασα ένα σάκο κι έφυγα για το σταθμό. Κόντευε τέσσερις κι η θερμοκρασία ήταν πλην τρεις βαθμούς. Αυτό σήμαινε πλην δέκα τουλάχιστον στο χωριό της Μάρτα. Σκεφτόμουν από τώρα την έκπληξη που θα της έκανα. Πώς θα έλαμπε το πρόσωπό της, πώς θα με αγκάλιαζε, πώς θα με φιλούσε, τι θα έλεγε.
Έβγαλα εισιτήριο και λίγο μετά ανέβηκα στο τρένο. Σε μια ώρα άλλαξα αμαξοστοιχία παίρνοντας το τοπικό τρένο για το ορεινό χωριό. Θυμάμαι ακριβώς πόσα βαγόνια είχε ο συρμός. Εφτά. Κι εγώ διάλεξα το τρίτο. Τα κουπέ ήταν μισοάδεια. Ήταν βλέπετε, Σάββατο βράδυ. Όποιος ήταν να πάει για σαββατοκύριακο στα ορεινά χωριουδάκια, είχε ήδη πάει. Έτσι ήταν. Μάλλον το ίδιο θα ισχυριζόταν κι η μοίρα μου.
Όποιος ήταν να πάει, έχει ήδη πάει.
Γιατί δεν είχα περιμένει άλλο ένα βράδυ; Άλλο ένα βράδυ, διάολε.
Πρόσεχε παιδί μου.
Βρήκα ένα άδειο κουπέ. Λίγο μετά μπήκε μια νέα γυναίκα μαζί με το τρίχρονο αγοράκι της. Γύρω απ’ το λαιμό της ήταν πλεγμένο ένα μάλλινο, ολοκόκκινο κασκόλ. Με χαιρέτησε πρώτη στα γερμανικά. Απάντησα χρησιμοποιώντας μια απ’ τις δέκα περίπου λέξεις που ήξερα σ’ αυτή τη γλώσσα. Με τη Μάρτα βλέπετε μιλούσαμε αγγλικά, αν και στη σχέση μας δεν χρειαζόμασταν τόσο πολύ τα λόγια.
Τα γλυκά κίτρινα φώτα κι η δυνατή θέρμανση έδιναν μια αίσθηση θαλπωρής στο κουπέ, ενώ έξω ο αέρας λυσσομανούσε παγώνοντας τα πάντα. Κοιτούσα το ρολόι μου χαμογελώντας που σε λιγότερο από μιάμιση ώρα θα κατέβαινα στο μικρό σταθμό του χωριού της Μάρτα και θα πήγαινα με τα πόδια στο σπίτι της.
Μ’ ένα απαλό κούνημα ξεκινήσαμε. Την ίδια στιγμή ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μπήκε στο κουπέ και κάθισαν μαζί μας. Δεν πέρασε πολύ ώρα κι άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους και ν’ αστειεύονται με το αγοράκι, στα γερμανικά. Δεν είχα τίποτα να διαβάσω και δεν μπορούσα να δω έξω λόγω της νύχτας που είχε πέσει.
Στο μυαλό μου γύριζαν ένα σωρό πράγματα. Τα μαθήματα, η νοσταλγία για την Ελλάδα, οι γονείς μου, η Μάρτα, ο έρωτάς μας. Σ’ ένα πράγμα δεν πήγαινε ποτέ ο νους μου: Στο κακό.
Μετά από είκοσι λεπτά άρχισαν τα πρώτα τούνελ. Κάθε τόσο χανόμασταν μέσα σε μικρές και μεγάλες σήραγγες που τρυπούσαν τα βουνά. Συχνά τα φώτα έσβηναν για πολύ λίγο βυθίζοντάς μας στο απόλυτο σκοτάδι. Όταν ξανάναβαν όλοι χαμογελούσαμε.
Λίγο μετά φτάσαμε στο μεγάλο τούνελ. Καθώς το διασχίζαμε το τρένο άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα ώσπου σιγά σιγά σταμάτησε. Τα φώτα τρεμόπαιξαν κι έσβησαν ξανά για μια στιγμή. Όλοι γελάσαμε και πάλι, μαζί κι εγώ, γιατί βλέπετε αυτό ήταν το μόνο αστείο που καταλάβαινα. Σηκώθηκα για να ξεμουδιάσω. Θυμήθηκα ότι μετά απ’ το μεγάλο τούνελ το χωριό της Μάρτα ήταν η δεύτερη στάση. Βγήκα στο διάδρομο κι άνοιξα το παράθυρο. Έβγαλα το κεφάλι μου έξω κι ο παγωμένος αέρας με χτύπησε στο πρόσωπο. Δεν φαινόταν παρά μόνο το σκοτεινό, κοίλο τοίχωμα της στοάς. Ήταν φυσιολογικό. Δεν μπορούσες να δεις τίποτα. Ήταν νύχτα βαθιά κι ήμασταν μέσα στη σήραγγα. Μύρισα όμως κάτι. Λιγουλάκι. Υπήρχε λίγος καπνός. Μύριζε άσχημα. Δεν ήξερα αν ήταν φυσιολογικό να υπάρχει αυτός ο λίγος καπνός. Ίσως ήταν υπερβολικά πολύς αυτός ο καπνός.
Έβαλα μέσα το κεφάλι και γύρισα στους συνταξιδιώτες μου. Τους είπα μια μόνο πρόταση. Η μοναδική που μου έδωσε σημασία ήταν η νεαρή μητέρα. Το πρόσεξα στα μάτια της. Είχε καταλάβει τι είχα πει. Είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο. Από τι κινδύνευε. Δεν θέλησε όμως να το πιστέψει, να το παραδεχτεί. Δεν ανησύχησε. Δεν ήθελε ν’ ανησυχεί. Δεν θα συνέβαινε σ’ εκείνη. Όχι τουλάχιστον σήμερα που είχε μαζί της το παιδί. Προσπάθησε να χαμογελάσει, αγνοώντας ένα ψύχος που άρχισε να την παγώνει μέσα της. Μια σκέψη, μια φριχτή σκέψη.
Αχ, ας κυλήσει και πάλι το τρένο. Ας κυλούσε κι αυτό το ψύχος θα έσβηνε μεμιάς. Θα χαμογελούσε και πάλι. Ανακουφισμένη. Θα χαμογελούσε πραγματικά κι όχι σφιγμένα όπως τώρα. Σκεφτόταν γιατί αυτός ο ψηλός ξένος να τη φοβίσει τόσο;
«Υπάρχει καπνός έξω…»
Αυτό είχα πει στ’ αγγλικά. Δεν ξέρω γιατί δεν είχα περιμένει ένα σχόλιο απ’ τη μητέρα. Δεν ξέρω γιατί δεν το ‘χα ξαναπεί ώστε να με προσέξει και το ηλικιωμένο ζευγάρι. Δεν είχα περιμένει άλλο. Χωρίς να πάρω το σάκο μου και το μπουφάν μου βάδισα γοργά προς το τέλος του βαγονιού παραμερίζοντας άντρες και γυναίκες που συζητούσαν ζωηρά σ’ αυτή τη γλώσσα που δεν γνώριζα. Έφτασα στην πόρτα του βαγονιού και με μια αποφασιστική κίνηση την άνοιξα με δύναμη.
Η μυρωδιά του καμένου με γέμισε με τη μία. Καμένο. Λάστιχο, πλαστικό ή κάτι άλλο. Ταυτόχρονα ο καπνός εισχώρησε στα πνευμόνια μου. Μόνο για ένα δευτερόλεπτο σκέφτηκα να κλείσω την πόρτα και ν’ αφήσω τον καπνό έξω απ’ τη ζεστασιά του βαγονιού. Αμέσως μετά κατέβηκα τα τρία ψηλά κι απότομα σκαλιά του βαγονιού και πήδηξα στο χοντρό μαυρισμένο χαλίκι.
Δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα. Δεν μπορούσα να καταλάβω από πού ερχόταν ο καπνός. Τ’ αυτιά μου αντίθετα, συλλάμβαναν δεκάδες ερεθίσματα. Όχι κραυγές ή κλάματα, μόνο ανθρώπινες φωνές. Σ’ αυτή την καταραμένη άγνωστη γλώσσα. Συζητούσαν ζωηρά, άλλοι ανήσυχοι, άλλοι καθησυχαστικοί. Κι υπήρχε κι ένα κακαριστό γέλιο που ξεχώριζε. Δεν θυμάμαι πόσες φορές το άκουσα. Ίσως ήταν στη φαντασία μου, αλλά ακόμα κι όταν πολύ αργότερα οι κραυγές αντηχούσαν φρικιαστικές, το κακαριστό γέλιο συνέχιζε.
Διάλεξα να προχωρήσω προς τα πίσω. Δεν ξέρω γιατί. Ποτέ μου δεν έμαθα. Βάδιζα κάτω από τα ακινητοποιημένα βαγόνια, κάτω απ’ τα φωτισμένα παράθυρα, κάτω απ’ τα γεμάτα απορία ανθρώπινα πρόσωπα. Το αριστερό μου χέρι μου χάιδευε το βρόμικο παγωμένο μέταλλο των βαγονιών καθώς προσπαθούσα να περπατήσω γρήγορα πάνω στα μεγάλα κοφτερά χαλίκια. Έπεσα αρκετές φορές. Έσκισα το παντελόνι μου. Πλήγιασα τα γόνατά μου, έσκισα τις παλάμες μου. Όμως προχώρησα. Στο τέλος του συρμού τράκαρα πάνω σ’ έναν άντρα και πέσαμε κι οι δύο κάτω. Μου φώναξε στα γερμανικά. Η φωνή του δεν είχε θυμό. Μόνο αγωνία. Τον άφησα πίσω και συνέχισα. Όταν τα βαγόνια τελείωσαν, χάθηκαν και τα φώτα τους. Κι ο καπνός έμπαινε τώρα μέσα στα πνευμόνια μου ορμητικά. Τα μάτια μου έτρεχαν, η μύτη μου είχε βουλώσει. Θυμήθηκα τη μητέρα μου.
Να προσέχεις παιδί μου.
Θυμήθηκα εμένα.
Δεν μπορούσες να περιμένεις άλλο ένα βράδυ; Μόνο ένα βράδυ.
Έκανα δεξιά και τα δάχτυλά μου ακούμπησαν τον τοίχο της στοάς. Συνέχισα να προχωρώ. Ακουμπούσα τα τούβλα και συνέχιζα. Με κλειστά τα μάτια. Αναπνέοντας καπνό. Ανακυκλώνοντας καπνό. Μαύρο και καπνός. Δάκρυα. Η μητέρα μου. Η Μάρτα. Που δεν ήξερε. Η Μάρτα. Που δεν με περίμενε.
Δεν μπορούσες να περιμένεις άλλο ένα βράδυ;
Πρόσεχε παιδί μου.
Προχωρούσα ολοένα. Έλεγα, άλλο ένα βήμα. Άλλη μια χεριά. Άλλο ένα γέρικο τούβλο. Ν’ ακουμπήσουν τα δάχτυλά μου άλλο ένα τούβλο. Να μη βήξω, να μην εισπνεύσω βαθιά άλλο τέτοιο καπνό. Πώς να κατεβάζω λίγο καθαρό αέρα; Πώς να περπατώ πιο γρήγορα; Άλλο ένα τούβλο. Άλλο ένα βήμα. Να νιώσω να τρίζουν τα χοντρά χαλίκια κάτω απ’ τα παπούτσια μου. Πάλι. Δεν έχω να ελπίζω σε φως στην άκρη του τούνελ. Μόνο στον καθαρό αέρα, στη νύχτα, στον απέραντο ουρανό. Να δω ξανά τον ουρανό. Ο καπνός να σταματήσει να μπαίνει μέσα μου, τα μάτια μου να σταματήσουν τον ποταμό δακρύων. Άλλο ένα τουβλάκι.
Αργότερα έμαθα πως ο καπνός ερχόταν από μπροστά. Δεν ξέρω γιατί πήγα προς τα πίσω. Ίσως κάποιος μου το υπέδειξε. Ίσως ήταν ο ίδιος που με συνόδεψε και μ’ έκανε να περπατήσω τα τρία χιλιόμετρα της σήραγγας. Ίσως ήταν εκείνος που έστελνε λίγο καθαρό αέρα στα πνευμόνια μου για να μπορώ να βαδίζω. Προς την έξοδο. Προς τη σωτηρία.
Θυμάμαι ένα δυνατό φως, ένα δυνατό φακό. Θυμάμαι που ξάπλωσα στο παγωμένο χορτάρι. Καθαρός αέρας μπήκε μέσα μου. Το στήθος μου που έκαιγε. Θυμάμαι που ξεχώρισα ένα αστέρι στον ουρανό. Κι έπειτα είδα μπροστά μου ένα ολοκόκκινο
κασκόλ;
μπουφάν κι από πάνω δυο γαλάζια δακρυσμένα μάτια. Μια πυροσβέστης, τραβώντας μου την μάσκα οξυγόνου μου έκανε μια ερώτηση που έπρεπε να έχω κάνει εγώ σ’ αυτή. Ήταν στα γερμανικά αλλά, στο διάολο, την κατάλαβα.
«Το τρένο;»
Το τρένο είχε χαθεί μέσα στη φωτιά και στους καπνούς. Ακόμη και σήμερα δεν θέλησα να μάθω ποτέ την αιτία. Μου έφτανε που έμαθα ότι οι υπόλοιποι ενενήντα έξι επιβάτες είχαν βρει φρικτό θάνατο.
Τριάντα χρόνια μετά εξακολουθώ να έχω αναπνευστικά προβλήματα. Οι πνεύμονές μου δεν κατάφεραν ποτέ να καθαρίσουν εντελώς απ’ το μαύρο καπνό. Οι γιατροί μου συνέστησαν καθαρό αέρα. Και καθαρός αέρας υπάρχει στα ορεινά χωριά, σαν εκείνο της Μάρτα, που γρήγορα χαθήκαμε και δεν ξαναείδα. Κι εγώ σε ορεινό χωριό δεν ξαναπήγα ποτέ μου.
Για πολύ καιρό οι εφιάλτες στοίχειωναν τον ύπνο μου, σιγά σιγά όμως αραίωσαν και τώρα μπορεί να περάσει και μια βδομάδα χωρίς να δω μπροστά μου το μοιραίο τρένο, ή την πορεία μου μέσα στο σκοτάδι. Δύο πράγματα όμως μένουν χαραγμένα ανεξίτηλα μέσα μου. Το κόκκινο κασκόλ της νεαρής μητέρας και το κακαριστό γέλιο…

Fin

Labels:

17 Comments:

Blogger celsius32 said...

Mou arese to dihghma sas. To zhsate o idios to atyxhma ?

27/9/06 11:36 PM  
Anonymous aura voluptas said...

Wow!Ο σχιζοφρενής εμπρηστής με το κακαριστό γέλιο!Άνευ παρεξηγήσεως,αλλά αν το δουλεύατε περισσότερο θα μπορούσε να γίνει όντως συναρπαστικό.
Πάντως καταφέρνετε με τις λέξεις να ζωντανεύετε τις αισθήσεις πολύ επιτυχημένα.Πρώτα με το διαμέρισμα του βρωμύλου,φιλάργυρου (call me Scroodge)παππούλη και τώρα με την αποπνικτική ατμόσφαιρα στο τούνελ της κολάσεως.Κόντεψα να πάθω ασφυξία βραδυνιάτικα,άνοιξα την μπαλκονόπορτα η κακομοίρα!Για το ΄΄Μην πας στο ''Σκουφάκι''χωρίς το''σκουφάκι''σου΄΄πάλι...δεν ξέρω...επρόκειτο για συλλογική εργασία.:))

Και να αράξετε.Να βάλετε το μυαλουδάκι σε μία τάξη και να μη σας αγχώνουμε κι εμείς!Σας φτάνει και σας περισσεύει το δικό σας άγχος και εμάς το δικό μας.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία και την υπομονή σας για τα μακροσκελή σχόλια.

28/9/06 2:08 AM  
Blogger Mamaloukas said...

@celsius32 Αγαπητέ μου, ευχαριστώ για τα καλή σας κουβέντα και για την επίσκεψη. όσο για την τελευταία σας ερώτηση... καλύτερα να την προσπεράσω.
@aura voluptas
Ευχαριστώ επίσης για όλα τα σχόλια τα ενθαρρυντικά. πώς βγάλατε συμπέρασμα ότι το κακαριστό γέλιο είναι του εμπρηστή; Δεν υπάρχει εμπρηστής. η φωτιά οφείλεται σε ατυχημα.
Είναι απλώς ένας επιβάτης στο τσακίρ κέφι.

Μη σας χάσουμε.

28/9/06 9:16 AM  
Anonymous aura voluptas said...

1)Δεν αναφέρετε,απ'όσο θυμάμαι,κάπου τη λέξη ''ατύχημα''...
2)Δε φταίω εγώ,η φαντασία μου θα φταίιιειιι...(πυρομανής τότε??)
3)Εκείνος που χάνεται γνωρίζει πολύ καλά και πότε να ξαναβρίσκεται...:)

Καλή σας μέρα...

28/9/06 10:55 AM  
Anonymous nothing-is-impossible girl said...

Ανάμεσα στην επιθυμία και την κατάκτηση παρεμβάλλεται η αναμονή!

......νομίζω το πιο γλυκό και δημιουργικό κομμάτι......
....είμαι σίγουρη πως τελικά θα μας κατακτήσετε κύριε Μαμαλούκα!!!

28/9/06 1:27 PM  
Anonymous Anonymous said...

επιμένω για τις αρχές των διηγημάτων σου...στο έχω ξαναπεί. αλλά το συγκεκριμένο, δεν μπόρεσα να το δω παρά συμβολικά, γιατί η ιστορία μοιάζει απλή, αν τη δούμε συμβολικά, δεν είναι καθόλου. Καλημέρα

28/9/06 1:42 PM  
Blogger Mamaloukas said...

@scalidi Καλημέρα. Δε γράφω συμβολικά. ό,τι θέλω να πω το λέω ντάγκα. μην ψάχνεις να βρεις τι θέλει να πει ο ποιητής. αυτό ακριβώς που διαβάζεις θέλω να πω. αφήνω τα βαθιά νοήματα σε άλλους συναδέλφους μου.
για τις αρχές των διηγημάτων μου άστες να ναι όπως είναι. :)
@ Nothing is impossible girl
εγώ νόμιζα πως σας έχω ήδη κατακτήσει!
@ Aura voluptas
Αστειευόμουν πριν. αυτό έλειπε να μην έχετε το δικαίωμα να φανταστείτε ό,τι θέλετε σ' ένα διήγημα.
Ευχαριστώ για τα σχόλιά σας.

28/9/06 1:57 PM  
Anonymous Anonymous said...

;))))))))))))

28/9/06 2:46 PM  
Blogger Librofilo said...

Σ'ευχαριστώ πολύ γιά την αφιέρωση.Το χάρηκα το διήγημα,είναι έξοχο και το ξέρεις ότι σοβαρολογώ.Μ'άρεσε η αρχή-σταμάτα τις ανασφάλειες,το τέλος είναι λίγο αμήχανο αλλά αν το ξαναδουλέψεις πριν την έκδοση θα το φτιάξεις.Επιμένω ότι θα σου πηγαίνει το διήγημα (όταν βρεις τα πατήματά σου,όπως λένε στο ποδόσφαιρο).
Πήγα και το ξαναδιάβασα να βρω τον εμπρησμό,όντως έχει φαντασία η aura,ίσως πιό διαβολική από εσένα.Τώρα να πω ότι μου θύμισε λίγο τον ΑΦΘΑΡΤΟ του Shyamalan-την ταινία εννοώ,κάποιες επιρροές βλέπω.Πάντως συγχαρητήρια

28/9/06 4:18 PM  
Blogger Composition Doll said...

Όντως καλό, Μαμαλούκα. Και, προσωπικά, θεωρώ το διήγημα πολύ πιο δύσκολο είδος από το μυθιστόρημα. Κι εσύ γράφεις καλά διηγήματα.

(στις απονομές βραβείων υστερείς λίγο...)

;)

30/9/06 1:28 PM  
Blogger Composition Doll said...

Και αρνούμαι να σχολιάσω την αφιέρωση στο Librofilo... Έλεος, πλέον!

30/9/06 1:29 PM  
Blogger Mamaloukas said...

Αχ καλη μου ντολ, ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. τα πέταξα τα βραβεία κι έφτιαξα ένα ειδικά για σας. δε τους θέλω τους άλλους... με κερδίσατε τόσο το βράδυ της Πέμπτης (οι άλλοι πήραν ταξί οι ελαφρόμυαλοι... και νόμισαν ότι η νύχτα είχε τελειώσει!)
τι να κάνω με την αφιέρωση. έχετε δίκιο. όμως το χω ξαναπει: είμαι μικρό παιδί και με παρασύρουν...

30/9/06 3:09 PM  
Anonymous nuwanda said...

...πως φωναζαν παλια στους αγωνες κατς, θυμαστε?

..σικέ, σικέ.... ;)

30/9/06 8:14 PM  
Blogger Composition Doll said...

Όχι, Nuwanda, δεν θυμόμαστε γιατί, απλούστατα, όταν εσύ πήγαινες σε αγώνες κατς, εμείς διοργανώναμε φιλολογικές βραδιές!!!

1/10/06 3:48 AM  
Anonymous nuwanda said...

..φιλολογικες βραδιες?

..... με τον Παλαμα και τον Σικελιανό φαντάζομαι!!! :)))

1/10/06 8:51 AM  
Blogger Mamaloukas said...

Γουάου! Πάλι χόντρυνε το παιχνίδι.
Άντε φανς μου, σκοτωθείτε λίγο!

1/10/06 9:22 AM  
Blogger Composition Doll said...

@Nuwanda, ουστ καλέ!!!

:p

2/10/06 9:50 AM  

Post a Comment

<< Home